Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταχείριση

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

η (ΑΜ μεταχείρισις, Α και μεταχείρησις) μεταχειρίζομαι
χρησιμοποίηση, χρήση
νεοελλ.
τρόπος συμπεριφοράς προς κάποιον
μσν.
1. χειρισμός, τρόπος ενέργειας
2. σφετερισμός, οικειοποίηση
3. εγχείρημα, επιχείρηση
4. (για τον Κυριακό δείπνο) συμμετοχή
αρχ.
1. ιατρική αγωγή, θεραπεία
2. ιατρ. τρόπος παρασκευής («μεταχείρισις επιπλάσματος», Ορειβ.).