Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταχειρίζομαι

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

(ΑΜ μεταχειρίζομαι, Α σπαν. και ενεργ
μεταχειρίζω, Μ και μεταχειρίζω και μεταχερίζομαι και ματαχερίζομαι)
1. χρησιμοποιώ, κάνω χρήση, χειρίζομαι («μεταχειρίστηκα το φτυάρι για να σκαλίσω τη γη»)
2. (συν. με επίρρ.) φέρομαι σε κάποιον με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συμπεριφέρομαι σε κάποιον κατά ορισμένο τρόπο («μεταχειρίζεται καλά τους υπαλλήλους του»)
3. (για γιατρούς) υποβάλλω κάποιον σε θεραπεία, εφαρμόζω θεραπευτική μέθοδο ή φάρμακο για να θεραπεύσω κάποιον («μεταχειρίζεται πολύ συχνά την ομοιοπαθητική»)
νεοελλ.
(η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μεταχειρισμένος, -η, -ο
αυτός που δεν είναι καινούργιος, επειδή έχει ξαναχρησιμοποιηθεί («είναι τόσο φτωχός, που φοράει πάντοτε μεταχειρισμένα παπούτσια»)
νεοελλ.-μσν.
χρησιμοποιώ κάτι ή κάποιον προς όφελός μου ή για ευκολία μου ή χρησιμοποιώ διάφορους τρόπους ή μέσα επιδιώκοντας κάποιο σκοπό («αυτός είναι τόσο αδίστακτος ώστε μπορεί να μεταχειριστεί κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό που επιδιώκει»
μσν.
1. επιχειρώ
2. (σχετικά με πόλεμο) διεξάγω