Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοναχή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μονᾰχή Medium diacritics: μοναχή Low diacritics: μοναχή Capitals: ΜΟΝΑΧΗ
Transliteration A: monachḗ Transliteration B: monachē Transliteration C: monachi Beta Code: monaxh/

English (LSJ)

ἡ, a kind of ὀθόνιον, Peripl.M.Rubr.6, 14.

German (Pape)

[Seite 201] ἡ, ein indisches Zeug, Arr. Peripl. p. 5.

French (Bailly abrégé)

1fém. de μοναχός.
2ῆς (ἡ) :
vêtement indien fait d’une seule pièce.
Étymologie: μοναχός.

Greek Monolingual

(I)
μοναχῇ (Α)
επίρρ. κατά έναν μόνο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μόνος, επίρρ. σχηματισμένο με εκφραστικό δασύ σύμφωνο -χ- (πρβλ. διχῇ, ἀλλαχῇ)].
(II)
η (ΑΜ μοναχή)
βλ. μοναχός.