Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξενοδοχείο

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

το (ΑΜ ξενοδοχεῑον) ξενοδόχος
νεοελλ.
1. κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που παρέχει κατάλυμα και, συνήθως, τροφή στο κοινό έναντι πληρωμής
2. εστιατόριο
3. φρ. «αλυσίδα ξενοδοχείων» — πολλά ξενοδοχεία που ιδρύονται και διευθύνονται από την ίδια εταιρεία σε μία ή σε περισσότερες χώρες
μσν.-αρχ.
κατάλυμα, ξενώνας.