Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξενοδοχείο

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το (ΑΜ ξενοδοχεῑον) ξενοδόχος
νεοελλ.
1. κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που παρέχει κατάλυμα και, συνήθως, τροφή στο κοινό έναντι πληρωμής
2. εστιατόριο
3. φρ. «αλυσίδα ξενοδοχείων» — πολλά ξενοδοχεία που ιδρύονται και διευθύνονται από την ίδια εταιρεία σε μία ή σε περισσότερες χώρες
μσν.-αρχ.
κατάλυμα, ξενώνας.