Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεπερνώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-άω
1. βγαίνω έξω από μια ορισμένη κατάσταση, υπερβαίνω (α. «ξεπέρασε τα όρια» β. «ξεπέρασα τον εαυτό μου»)
2. βγάζω κάτι από την οπή στην οποία ήταν περασμένο («ξεπερνώ την κλωστή από τη βελόνα»)
3. υπερτερώ, είμαι καλύτερος, προηγούμαι («τον ξεπερνά στα μαθήματα»)
4. διαφεύγω με την ικανότητα μου, υπερνικώ, υπερπηδώ («έχω ξεπεράσει πολλά εμπόδια στη ζωή μου»)
5. προσπερνώ, πηγαίνω πριν από κάποιον
6. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ξεπερασμένος, -η, -ο- παρωχημένος, απηρχαιωμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ-περῶ (αόρ. ἐξ-επέρασα), βλ. και λ. ξ(ε)-].