Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάχης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πάχης Medium diacritics: πάχης Low diacritics: πάχης Capitals: ΠΑΧΗΣ
Transliteration A: páchēs Transliteration B: pachēs Transliteration C: pachis Beta Code: pa/xhs

English (LSJ)

[ᾰ], ητος, ὁ, ἡ,,

   A fleshy, stout, Tz.H.9.305.    II πάχητες· πλούσιοι, παχεῖς, Hsch. ; cf. παχύς 11.

Greek (Liddell-Scott)

πάχης: -ητος, ὁ, ἡ, παχύς, πολύσαρκος, Εὐαγρ. Ἐκκλ. Ἱστ. 4. 7, 17, Τζέτζ. Ἱστ. 9, 304. ― Καθ᾿ Ἡσύχ.: «πάχητες· πλούσιοι, παχεῖς».

Greek Monolingual

-ητος, ὁ, ἡ, ΜΑ
1. παχύς, παχύσαρκος
2. στον πληθ. πάχητες
παχείς, πλούσιοι, εύποροι (Ησύχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < παχύς + επίθημα -ης, -ητος κατά το πένης, -ητος].