Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέδοι

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πέδοι Medium diacritics: πέδοι Low diacritics: πέδοι Capitals: ΠΕΔΟΙ
Transliteration A: pédoi Transliteration B: pedoi Transliteration C: pedoi Beta Code: pe/doi

English (LSJ)

Adv.

   A on the ground, on earth, A.Pr.274 ; cf. πέδον 4.

German (Pape)

[Seite 541] auch πεδοῖ betont, s. aber Dind. zu Gaisf. poet. min. graec. 1 p. VII, adv., zu Boden, zur Erde; Aesch. πέδοι δὲ βᾶσαι, auf die Erde, Prom. 272; Luc. Lex. 1.

Greek (Liddell-Scott)

πέδοι: (οὐχὶ πεδοῖ, ἴδε ἐν λ. ἔνδοι), Ἐπίρρ., ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, κατὰ γῆς, πέδοι δὲ βᾶσαι τὰς προσερπούσας τύχας ἀκούσαθ’ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 274· ἴδε πέδον ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

adv.
sur le sol, à terre.
Étymologie: πέδον.

Greek Monolingual

Α
(τοπ. επίρρ.) πάνω στο έδαφος, καταγής.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από την παλιά τοπική πτώση του ουσ. πέδον (πρβλ. οίκοι)].

Greek Monotonic

πέδοι: επίρρ., πάνω στο έδαφος, πάνω στη γη, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

πέδοι: или πεδοῖ adv. на землю Aesch., Eur., Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πέδοι [πέδον] adv., op de grond.

Middle Liddell

on the ground, on earth, Aesch.