Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρέλευση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / παρέλευσις, -εύσεως, ΝΜ
1. το πέρασμα κοντά ή μπροστά από κάτι, η διάβαση
2. (για χρόνο και για υποδιαιρέσεις του) πάροδοςμετά την παρέλευση αρκετού χρονικού διαστήματος»)
μσν.
μτφ. ο θάνατος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ἔλευσις «ερχομός» (πρβλ. μετ-έλευσις)].