Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προασπίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: προασπίζω Medium diacritics: προασπίζω Low diacritics: προασπίζω Capitals: ΠΡΟΑΣΠΙΖΩ
Transliteration A: proaspízō Transliteration B: proaspizō Transliteration C: proaspizo Beta Code: proaspi/zw

English (LSJ)

   A hold a shield before, τειχῶν Aristid.Or.26(14).84; τοῦ πατρός, τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς, Philostr.Her.3.4, Hdn.6.2.5; ὅπλα π. λόγων Them.Or.16.200b; κύνες π. τῶν δεσποτῶν Ph.2.200: c. acc., cover with a shield, D.H.6.93:—Pass., to be covered with shields, τοῖς ὁπλίταις by them, Hld.9.14.    II put forward as a shield, τινὰ εἰς θώρακα Id.3.3.

German (Pape)

[Seite 709] mit vorgehaltenem Schilde vor Einem stehen und ihn schützen; D. Hal. 6, 93; Hdn. 6, 2, 14; Heliod. auch pass., ὑπὸ τοῖς ὁπλίταις προασπιζόμενοι, 9, 14.

Greek (Liddell-Scott)

προασπίζω: προασπίζω καὶ προΐσταμαι κυρίως λέγεται ἐπὶ τῶν ἔμπροσθεν ἱσταμένων ἐν πολέμῳ καὶ βοηθούντων τοῖς ὄπισθεν, Ἀντίλοχον προασπίζοντα τοῦ Πατρὸς Νέστορος Φιλόστρ. 699, Ἡρῳδιαν. 6. 2, Ἀριστείδ., κλπ.· καλύπτω, προφυλάττω δι’ ἀσπίδος, οἱ προασπίσαντες τὸν Μᾶρκον Διον. Ἁλ. 6. 93. ― Παθ., καλύπτομαι δι’ ἀσπίδος, δι’ ἀσπίδων, ὑπὸ τοῖς ὁπλίταις προασπιζόμενοι, πρ. ὑπὸ τῶν ὁπλιτῶν, Ἡλιόδ. 9. 14. ΙΙ. προβάλλω ὡς ἀσπίδα, Ἀθηνᾶ προασπίζουσα τὴν Γοργοῦς κεφαλὴν εἰς θώρακα ὁ αὐτ. 3. 3. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 11 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

couvrir de son bouclier, protéger, défendre, gén. ou acc..
Étymologie: πρό, ἀσπίζω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
υπερασπίζω, προφυλάσσω, προστατεύω
αρχ.
1. κρατώ την ασπίδα μπροστά από κάποιον και τον προφυλάσσω
2. προβάλλω κάτι σαν ασπίδα («ἡ περόνη δὲ Ἀθηνᾱν ἠλεκτρίνην ἔστεφε, τὴν Γοργοῡς κεφαλὴν εἰς θώρακα προασπίζουσαν», Ηλιόδ.)
3. παθ. προασπίζομαι
καλύπτομαι με ασπίδα, προστατεύομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + ἀσπίζω «προστατεύω» (< ἀσπίς, -ίδος)].

Russian (Dvoretsky)

προασπίζω: прикрывать (словно) щитом Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προασπίζω [πρό, ἀσπίς] met een schild beschermen.