Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιαλώδης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σῐᾰλώδης Medium diacritics: σιαλώδης Low diacritics: σιαλώδης Capitals: ΣΙΑΛΩΔΗΣ
Transliteration A: sialṓdēs Transliteration B: sialōdēs Transliteration C: sialodis Beta Code: sialw/dhs

English (LSJ)

ες, (σίαλον) A like slaver, slavering, Hp.Morb. Sacr.5, D.P.791. II (σίαλος) fat, σκυλάκια Hp.Steril.217.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 877] ες, speichelartig, voll Speichel, Geifer, Sp.; – fettartig, fettig, schmalzig, χύλος, D. Per. 791.

Greek (Liddell-Scott)

σιᾰλώδης: -ες, (σίαλον) ὁ ὅμοιος πρὸς σίαλον, παράγον σίαλον, λιπαρός, Ἱππ. 304. 51, Διον. Π. 791. ΙΙ. (σίαλος) ὁ ὅμοιος μὲ πάχος, παχύς, Ἱππ. 678. 31.

Greek Monolingual

(I)
-ες / σιαλώδης, -ῶδες, ΝΑ σίαλον
αυτός που είναι όμοιος ως προς τη μορφή ή τη σύσταση με το σάλιο
2. γεμάτος σάλιο
3. αυτός που παράγει σάλιο.
(II)
-ῶδες, Α σίαλος (ΙΙ)]
ο όμοιος με πάχος, όμοιος με λίπος, λιπαρός.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σιαλώδης -ες [σίαλον, -είδης] slijmerig.