Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταχυητρόφος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: στᾰχῠητρόφος Medium diacritics: σταχυητρόφος Low diacritics: σταχυητρόφος Capitals: ΣΤΑΧΥΗΤΡΟΦΟΣ
Transliteration A: stachyētróphos Transliteration B: stachyētrophos Transliteration C: stachyitrofos Beta Code: staxuhtro/fos

English (LSJ)

ον,

   A nourishing ears of corn, αὖλαξ ib.7.209 (Antip.).

German (Pape)

[Seite 931] Aehren nährend, αὖλαξ, Antip. Sid. 111 (VII, 209).

Greek (Liddell-Scott)

στᾰχυητρόφος: -ον, ὁ τρέφων στάχυας σίτου, αὖλαξ Ἀνθ. Π. 7. 209.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui nourrit les épis.
Étymologie: στάχυς, τρέφω.

Greek Monolingual

-ον, Α
βλ. σταχυοτρόφος.

Greek Monotonic

στᾰχυητρόφος: -ον, αυτός που τρέφει στάχυα σιταριού, καλλιεργητής σίτου, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

στᾰχυητρόφος: питающий колосья (αὖλαξ Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σταχυητρόφος -ον [στάχυς, τρέφω] die de korenaar voedt, korenaren voedend.

Middle Liddell

στᾰχυη-τρόφος, ον,
nourishing ears of corn, Anth.