Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στουπί

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

το / στουπίον, ΝΜ
ινώδες συστατικό που παράγεται κατά τον διαχωρισμό ή και το χτένισμα τών υφαντουργικών ινών φλοιού, κυρίως του λιναριού και της καννάβεως, και το οποίο χρησιμοποιείται ως υλικό εμφράξεως ρωγμών σε ξύλινα σκάφη, όπου η στεγανότητα διασφαλίζεται με κάλυψη του εμφραγμένου αρμού με θερμή υγρή πίσσα
νεοελλ.
1. τεχνολ. απόξεσμα από διάφορες κλωστικές ύλες, ιδίως από βαμβάκι, το οποίο χρησιμοποιείται για καθαρισμό τών μηχανών ή για σκούπισμα τών χεριών
2. νήμα κατώτερης ποιότητας από την κατεργασία του λιναριού
3. βύσμα από γνάφαλα και άλλες ύλες με το οποίο φράζεται η δοκιμαστική τρύπα βαρελιού του κρασιού
4. (για καρπό ή φαγητό) σκληρός και ξερός, άνοστος
5. φρ. «έγινε [ή είναι] στουπί στο μεθύσι» — μέθυσε τελείως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο νεοελλ. τ. στουπί έχει σχηματιστεί από τα αρχ. στυπ(π)εῖον / στύππη πιθ. μέσω του λατ. stuppa (βλ. και λ. στυππείο)].