Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρογγυλότης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: στρογγῠλότης Medium diacritics: στρογγυλότης Low diacritics: στρογγυλότης Capitals: ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΤΗΣ
Transliteration A: strongylótēs Transliteration B: strongylotēs Transliteration C: stroggylotis Beta Code: stroggulo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A roundness, Pl.Men.73e, 74b, Arist. Metaph.1035a14, Thphr.HP4.12.2.

German (Pape)

[Seite 955] ητος, ἡ, Rundung, runde Gestalt, Plat. Men 73 e 74 b.

Greek (Liddell-Scott)

στρογγῠλότης: -ητος, ἡ, τὸ στρογγύλον, τὸ περιφερές, Πλάτ. Μένων 73Ε, 74Β, Ἀριστ., κλπ.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
forme arrondie, rondeur.
Étymologie: στρογγυλός.

Greek Monotonic

στρογγῠλότης: -ητος, ἡ, στρογγυλότητα, κυκλικότητα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

στρογγῠλότης: ητος ἡ округлость, закругленность Plat., Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρογγυλότης -ητος, ἡ [στρογγύλος] rondheid.

Middle Liddell

στρογγῠλότης, ητος, ἡ, [from στρογγύ˘λος]
roundness, Plat.