Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνευπάσχω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: συνευπάσχω Medium diacritics: συνευπάσχω Low diacritics: συνευπάσχω Capitals: ΣΥΝΕΥΠΑΣΧΩ
Transliteration A: syneupáschō Transliteration B: syneupaschō Transliteration C: synefpascho Beta Code: suneupa/sxw

English (LSJ)

   A receive favours or derive profit together, D.8.64,65, but better written σὺν εὖ πεπονθότων, cf. ἀντευπάσχω.

Greek (Liddell-Scott)

συνευπάσχω: λαμβάνω ἐνδείξεις εὐνοίας ἢ χάριτος ὁμοῦ μετά τινος, συναπολαύω εὐπαθείας, συνευφραίνομαι ἢ ὠφελοῦμαι ὁμοῦ, Δημ. 105. 23, 26· ― ἀλλὰ κάλλιον, σὺν εὖ πεπονθότων Λοβέκ, εἰς Φρύν. 619, πρβλ. ἀντευπάσχω· διότι κατ’ ἀναλογίαν τὸ σύνθετον θὰ ἦτο συνευπαθέω, ὡς παρὰ Γρηγ. Νύσσ. τ. 3, σ. 418Α.

French (Bailly abrégé)

recevoir un bienfait avec ou en même temps.
Étymologie: σύν, εὐπάσχω.

Greek Monolingual

Α
ευεργετούμαι κι εγώ επίσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + εὐπάσχω «ευεργετούμαι»].

Russian (Dvoretsky)

συνευπάσχω: или σὺν εὖ πάσχω сообща получать выгоды Dem.

Middle Liddell


to derive profit together, Dem.