Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συντροφιά

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η / συντροφιά, ΝΜΑ σύντροφος
σχέση, συναναστροφή (α. «μού λείπει η συντροφιά της» β. «ἡ πρὸς ἡμᾱς συντροφία», Στράβ.)
νεοελλ.
1. όμιλος φίλων, φιλική ομήγυρη, παρέα («και δε θα μέ μακρύνετε από τη συντροφιά σας», Ερωτόκρ.)
2. συνεταιρισμός, οικονομική συνεργασία
3. (κυρίως στον λόγιο τ. συντροφιά) συνέταιρος ή συνέταιροι που δεν αναφέρονται ονομαστικά στην επωνυμία μιας εταιρείας («Οίκος Οικονομόπουλος και συντροφιά»)
4. επίρρ. α) μαζί, αντάμα
β) εταιρικώς, συνεταιρικά
5. φρ. «κρατώ συντροφιά» — συντροφεύω κάποιον
μσν.
γνωριμία
αρχ.
1. κοινή ανατροφή
2. (ποιητ.) θρέμμα.