Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύμφυση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / σύμφυσις, -ύσεως, ΝΜΑ συμφύω
1. φυσική συνένωση, συσσωμάτωση, συγκόλληση
2. (ειδικά) η συνένωση δύο οστών ή μερών του ίδιου οστού (α. «ηβική σύμφυση» β. «ἐπὶ συμφύσεως ὀστῶν κεῑσθαι», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. ανατ. τύπος ακίνητης ή ελάχιστα κινητής αρθρώσεως που ενώνει δύο οστά με τη μεσολάβηση ινώδους χόνδρου
2. ιατρ. η συγκόλληση τμημάτων γειτονικών οργάνων που καλύπτονται με ορογόνο αδένα, ύστερα από εγχειρήσεις ή φλεγμονώδεις εξεργασίες
3. (ορυκτ.) αλληλοδιείσδυση κρυστάλλων δύο διαφορετικών ορυκτών, λόγω ταυτόχρονης κρυστάλλωσης ή απόμιξής τους
4. φρ. α) «γενειακή σύμφυση»
ανατ. η γραμμή ένωσης τών δύο ημιμορίων του οστού της κάτω γνάθου
β) «καρδιακή σύμφυση»
ιατρ. σύμφυση του επικαρδίου με το περικάρδιο
αρχ.
1. επούλωση
2. η κατασκευή ενός σώματος
3. (για μυς) πρόσφυση σε οστό
4. μτφ. (στους νεοπλατωνικούς) η μυστική συνένωση με το υπέρτατο ον
5. φρ. «σύμφυσις ἐντέρου» — σύσφιγξη εντέρου ώστε αυτό να διαιρείται σε μέρη (Αριστοτ.).

Greek Monolingual

η / σύμφυσις, -ύσεως, ΝΜΑ συμφύω
1. φυσική συνένωση, συσσωμάτωση, συγκόλληση
2. (ειδικά) η συνένωση δύο οστών ή μερών του ίδιου οστού (α. «ηβική σύμφυση» β. «ἐπὶ συμφύσεως ὀστῶν κεῑσθαι», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. ανατ. τύπος ακίνητης ή ελάχιστα κινητής αρθρώσεως που ενώνει δύο οστά με τη μεσολάβηση ινώδους χόνδρου
2. ιατρ. η συγκόλληση τμημάτων γειτονικών οργάνων που καλύπτονται με ορογόνο αδένα, ύστερα από εγχειρήσεις ή φλεγμονώδεις εξεργασίες
3. (ορυκτ.) αλληλοδιείσδυση κρυστάλλων δύο διαφορετικών ορυκτών, λόγω ταυτόχρονης κρυστάλλωσης ή απόμιξής τους
4. φρ. α) «γενειακή σύμφυση»
ανατ. η γραμμή ένωσης τών δύο ημιμορίων του οστού της κάτω γνάθου
β) «καρδιακή σύμφυση»
ιατρ. σύμφυση του επικαρδίου με το περικάρδιο
αρχ.
1. επούλωση
2. η κατασκευή ενός σώματος
3. (για μυς) πρόσφυση σε οστό
4. μτφ. (στους νεοπλατωνικούς) η μυστική συνένωση με το υπέρτατο ον
5. φρ. «σύμφυσις ἐντέρου» — σύσφιγξη εντέρου ώστε αυτό να διαιρείται σε μέρη (Αριστοτ.).