Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραγωδία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / τραγῳδία, ΝΜΑ τραγῳδός
1. το τελειότερο και συνθετότερο είδος ποιητικού λόγου της ελληνικής αρχαιότητας, με ύψιστη παιδευτική σημασία, απαράμιλλος συνδυασμός του ποιητικού λόγου, της μουσικής και της όρχησης, η βάση και το αρχικό πρότυπο του νεώτερου ευρωπαϊκού δράματος, που, συνδεδεμένο αρχικά με τη λατρεία του Διονύσου και τον διθύραμβο τών δωρικών περιοχών, εξελίχθηκε αργότερα σε ένα θεατρικό δρώμενο, σε μίμηση, αναπαράσταση της ίδιας της ζωής, μια σύγκρουση της ανθρώπινης βούλησης και της μοίρας, διεγείροντας έτσι το δέος αλλά και τον οίκτο και τον έλεο του θεατή, ο οποίος ταυτίζεται και συμπάσχει με τον τραγικό ήρωα του δράματος για να βιώσει τελικά μέσα από αυτήν τη διαδικασία της ταύτισης την ψυχική ανακούφιση, την απαλλαγή δηλαδή από τα παραπάνω συναισθήματα, την κάθαρση, που επιτυγχάνεται με την τελική πτώση και την τιμωρία του τραγικού ήρωα
2. θλιβερό συμβάν, τραγικό γεγονός, κατάσταση που προκαλεί τον οίκτο και τη λύπη, συμφορά (α. «η τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής» β. «ἡ τοῡ βίου τραγῳδία καὶ κωμῳδία», Πλάτ.)
3. φρ. «η από της τραγωδίας ηδονή» — η ψυχική συγκίνηση και η ευχαρίστηση που βιώνει ο θεατής της τραγωδίας, κατά τον Αριστοτέλη, τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου, καθώς και η διαδικασία της κάθαρσης με την τελική πτώση του τραγικού ήρωα
νεοελλ.
θεατρικό έργο με θλιβερό θέμα και μή ευχάριστο τέλοςπροτιμώ τις κωμωδίες από τις τραγωδίες»)
μσν.-αρχ.
επίδειξη, κομπασμός
αρχ.
1. (γενικά) κάθε είδος σοβαρής ποίησης, σε αντιδιαστολή προς την κωμωδία
2. ομιλία κατηγόρου με πολλές υπερβολές
3. μύθευμα, μύθος («ἦν δ' ὡς ἀληθῶς τραγῳδία μεγάλη περὶ τὸν Δημήτριον», Πλούτ.)
4. τραγούδι, άσμα
5. φρ. α) «τραγῳδίαν ποιεῖν» — η συγγραφή τραγωδίας
β) «τραγῳδίαν διδάσκειν» — η προετοιμασία και η παρουσίαση τραγωδίας.