Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερόπτης

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

ο / ὑπερόπτης, ΝΜΑ, θηλ. υπερόπτισσα Ν, θηλ. ὑπερόπτις ή ὑπέροπτις, -ιδος, Μ
οιηματίας, αλαζόνας, θρασύς, αυθάδης, ακατάδεχτος
μσν.-αρχ.
αυτός που περιφρονεί κάτι, καταφρονητής («ὑπερόπται... τῶν εἰωθότων», Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + -οπτης (< θ. οπ- του ὄπωπα), πρβλ. ἐπ-όπτης].