Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπερόπτης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ὑπερόπτης Medium diacritics: ὑπερόπτης Low diacritics: υπερόπτης Capitals: ΥΠΕΡΟΠΤΗΣ
Transliteration A: hyperóptēs Transliteration B: hyperoptēs Transliteration C: yperoptis Beta Code: u(pero/pths

English (LSJ)

ου, ὁ, (ὑπερόψομαι)

   A contemner, disdainer, χρυσοῦ καναχῆς ὑπερόπτας (dub. l.) S.Ant.130 (anap.); ὑ. τῶν εἰωθότων Th.3.38: abs., disdainful, haughty, πρὸς πάντα παλίγκοτος ἠδ' ὑ. Theoc.22.58; ὑ. καὶ ὑβρισταί Arist.EN1124a29, cf. Phld.Vit.p.36J., Jul.ad Them.264d.

German (Pape)

[Seite 1199] ὁ, Verächter, hoffärthiger Mensch; σφᾶς ἐςιδὼν πολλῷ ῥεύματι προσνισσομένους χρυσοῦ καναχῆς ὑπερόπτας Soph. Ant. 130, nach Herm. Conj. für ὑπεροπτίας; – τῶν εἰωθότων Thuc. 3, 38; u. Sp., wie Luc. Necyom. 14; Theocr. 22, 58.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπερόπτης: -ου, (ὑπερόψομαι) ὁ καταφρονῶν, περιφρονῶν, καταφρονητής, χρυσοῦ καναχῆς ὑπερόπτα (κατ’ ἄλλην γραφὴν χρυσοῦ καναχῇ θ’ ὑπερόπτας, ἀλλὰ κατὰ Jebb γραπτέον χρυσοῦ καναχῆς ὑπεροπλίαις) (ποιητ. τύπος) Σοφ. Ἀντ. 130, ἔνθα ἴδε μακρὰν σημ. Jebb.· ὑπ. τῶν εἰωθότων Θουκ. 3. 38· ἀπολ., θρασύς, αὐθάδης, ἀλαζονικός, ὑπερήφανος, πρὸς πάντα παλίγκοτος ἠδ’ ὑπ. Θεόκρ. 22. 58· ὑπ. καὶ ὑβρισταὶ Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 4. 3, 19· - θηλ. τύπος ὑπερόπτις, ιδος, ἀπαντᾷ ἐν Ρήτορσι (Walz) τ. 1, σ. 559.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
homme méprisant ou dédaigneux.
Étymologie: ὑπερόψομαι.

Greek Monolingual

ο / ὑπερόπτης, ΝΜΑ, θηλ. υπερόπτισσα Ν, θηλ. ὑπερόπτις ή ὑπέροπτις, -ιδος, Μ
οιηματίας, αλαζόνας, θρασύς, αυθάδης, ακατάδεχτος
μσν.-αρχ.
αυτός που περιφρονεί κάτι, καταφρονητής («ὑπερόπται... τῶν εἰωθότων», Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + -οπτης (< θ. οπ- του ὄπωπα), πρβλ. ἐπ-όπτης].

Greek Monotonic

ὑπερόπτης: ποιητ. -όπτᾰ, γεν. -ου, ὁ (ὑπερόψομαι)· αυτός που περιφρονεί, καταφρονεί κάτι, με γεν., σε Σοφ., Θουκ.· απόλ., περιφρονητικός, καταφρονητικός, υπεροπτικός, αλαζονικός, υπερφίαλος, σε Θεόκρ., Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπερόπτης: ου ὁ
1) презрительно относящийся: ὑ. τινός Soph., Thuc., Plut. исполненный презрения к чему-л.;
2) гордец, спесивец Arst., Theocr.

Middle Liddell

ὑπερόψομαι
a contemner, disdainer of a thing, c. gen., Soph., Thuc.: absol. disdainful, haughty, Theocr., Arist.