Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποχρεώνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και λόγιος τ. υποχρεώ, -όω, Ν
1. εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι («τον υποχρέωσε να φύγει»)
2. επιβάλλω («ο νόμος μάς υποχρεώνει να πληρώσουμε αποζημίωση»)
3. κάνω κάποιον να θεωρήσει ότι οφείλει χάρη, προκαλώ το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης («η καλοσύνη του μέ υποχρέωσε»)
4. (στον λόγιο μέσ. τ.) υποχρεούμαι, -όομαι
έχω υποχρέωση, έχω καθήκον («ο μάρτυρας υποχρεούται να πει την αλήθεια»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπόχρεως. Η λ., στον λόγιο τ. ὑποχρεόω, -, μαρτυρείται από το 1852 στον θ. Φαρμακίδη].