Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρούμενος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν
αυτός που χαίρεται, εύθυμος, γελαστός, κεφάτος.
επίρρ...
χαρούμενα με χαρά, εύθυμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χαρ- του χαίρω (πρβλ. χαρά, χάρμα) + κατάλ. -ούμενος τών μτχ. τών συνηρ. ρ. (πρβλ. μελλ-ούμενος, πετ-ούμενος)].