Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὔφρων

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: εὔφρων Medium diacritics: εὔφρων Low diacritics: εύφρων Capitals: ΕΥΦΡΩΝ
Transliteration A: eúphrōn Transliteration B: euphrōn Transliteration C: eyfron Beta Code: eu)/frwn

English (LSJ)

Ep. ἐΰφρ-, ον, both in Hom.: (φρήν):—

   A cheerful, merry, of persons, εἴ πέρ τις… δαίνυται εὔφρων Il.15.99, etc.; θυμός Od.17.531; ἶλαι Pi.N.5.38. Adv. -νως with good cheer, Id.P.10.40, etc.    2 Act., cheering, making glad or merry, οἶνος Il.3.246; οἶμος Pi.Pae. 6.115; εὔφρων πόνος εὖ τελέσασι A.Ag.806 codd.; ὦ φέγγος εὖφρον ib.1577; ῥοαὶ εὔφρονες Ἀργείοις S.Aj.420 (lyr.): neut. pl., εὔφροσιν δεδεγμένη, = εὐφροσύναις, A.Eu.632 (s.v.l.).    II kindly, gracious, θεὸς εὔ. εἴη εὐχαῖς Pi.O.4.14, cf. A.Pers.772, S.Aj.705 (lyr.), A.R.4.1411, etc.; γαῖαν ἀνθρώποισι καὶ εὔφρονα μήλοις Pi.O.7.63; εὐ. ἥδ' ὁμιλία A.Eu.1030; ψῆφον δ' εὔφρον' ἔθεντο Id.Supp.640 (lyr.); v.l. for ἐπίφρονος in Theoc.25.29. Adv. -νως A.Ag.351, al.    2 of sound mind, reasonable, ἄνδρες Xenoph.1.13.    III = εὔφημος, πῶς εὔφρον' εἴπω; A.Ch.88; οὐδ' αὖ τόδ' εὖφρον Id.Supp.378.

German (Pape)

[Seite 1107] ον, 1) gutes, frohes, heiteres Sinnes, Il. 15, 99; θυμός Od. 17, 531; Soph. frg. 517; Pind. u. a. D. – 2) erfreuend, erheiternd, angenehm, οἶνον ἐΰφρονα καρπὸν ἀρούρης Il. 3, 246, wie Hes. O. 774; εὔφρων πόνος εὖ τελέσασι Aesch. Ag. 780; ὦ φέγγος εὖφρον ἡμέρας 1559; χαίρουσ' εὔφρονι μολπῇ Eur. Alc. 590, vgl. Troad. 547 Cycl. 505. – 3) wohlwollend, gnädig, θεὸς εὔφρων εἴη εὐχαῖς Pind. Ol. 4, 13, vgl. 2, 16; Ἀπόλλων ἐμοὶ ξυνείης διὰ παντὸς εὔφρων Soph. Ai. 691 ch., vgl. El. 158; θεὸς γὰρ οὐκ ἤχθηρεν ὡς εὔφρων ἔφυ Aesch. Pers. 758; ψῆφον εὔφρον' ἔθεντο Suppl. 631, öfter; sp. D., εὔφρονες δαίμονες Ap. Rh. 4, 1411. – 41 πῶς εὔφρον' εἴπω, verständig, Aesch. Ch. 80, vgl. Suppl. 373; εἴθ' εἶχε φωνὴν εὔφρονα Ch. 193, hell, leicht zu verstehen. – Adv. εὐφρόνως, heiter, froh, Pind. P. 10, 40; verständig, λέγειν Aesch. Ag. 342; wohlwollend, 823; Eur. Hipp. 793.

French (Bailly abrégé)

épq. ἐΰφρων;
ων, ον ; gén. ονος;
I. d’esprit joyeux, d’où
1 joyeux, de bonne humeur;
2 qui réjouit, réjouissant;
II. bienveillant, propice ; bienfaisant, hospitalier;
III. sensé ; facile à comprendre, clair.
Étymologie: εὖ, φρήν.

English (Slater)

εὔφρων (-ων, -ον(α), -ονες; -όνων, -ονα. ἐύφρονα dub. (Pae. 6.179) )
   a
   I of gods, gracious, kind ἀλλ' ὦ Κρόνιε παῖ Ῥέας, εὔφρων ἄρουραν ἔτι πατρίαν σφίσιν κόμισον (O. 2.14) θεὸς εὔφρων εἴη λοιπαῖς εὐχαῖς (O. 4.12) νιν εὔφρων δέξεται (P. 9.73)
   II of men, merry [εὔφρονος Κάδμοιο (Π: εὐθρόνοις codd.) (O. 2.22) ] ἔνθα μιν εὔφρονες ἶλαι σὺν καλάμοιο βοᾷ θεὸν δέκονται (N. 5.38) ἐύφ[ρον]α λαόν (dubitanter coni. Erbse) Πα. . 1. τὶν γὰρ εὔφρων ἕψεται πρώτα θυγάτηρ ὁδοῦ Παρθ. 2. 67.
   b of things, kindly, benevolent Μοῖῤ, ἅ τε πατρώιον τῶνδ' ἔχει τὸν εὔφρονα πότμον (O. 2.36) πολύβοσκον γαῖαν ἀνθρώποισι καὶ εὔφρονα μήλοις (O. 7.63) ἐκάλει νύκτας τε καὶ πόντου κελεύθους ἄματά τ' εὔφρονα pr. (P. 4.196) ὁ δὲ λοιπὸς εὔφρων ποτὶ χρόνος ἕρποι pr. (N. 7.67) [εὐφρόνων πόνων (εὐφόρων v. l.) (N. 10.24) ] εὔφρον' ἐς οἶκον (Pae. 6.115)
   c frag. ]εὔφρων γαρ[ P. Oxy. 1892. fr. 41.
   d adv. εὐφρόνως, joyfully δάφνᾳ τε χρυσέᾳ κόμας ἀναδήσαντες εἰλαπινάζοισιν εὐφρόνως (P. 10.40)

Greek Monolingual

-ον (Α εὔφρων, επικ. τ. ἐΰφρων, -ον)
νεοελλ.
φρόνιμος, συνετός, σώφρων
αρχ.
1. (για πρόσ.) χαρούμενος, γεμάτος ευφροσύνη, ευχαριστημένος («εἴ πέρ τις... δαίνυται εὔφρων», Ομ. Ιλ.)
2. αυτός που προκαλεί ευθυμία ή αγαλλίαση, ο ευχάριστοςεὔφρων οἶμος», Πίνδ.)
3. αυτός που έχει καλές διαθέσεις, ο ευμενής, ο αγαθός
4. (για λόγο) εύφημος («πῶς εὔφρον' εἴπω;», Αισχύλ.).
επίρρ...
εὐφρόνως (Α)
1. με ευφροσύνη
2. ευμενώς, με ευνοϊκή διάθεση («ἀλλ' αὐτὸν εὐφρόνως σὺ πράϋνον λόγοις», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φρων (< φρην) τ. που εμφανίζει την εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας φρεν- (πρβλ. ά-φρων, εχέ-φρων). Παρλλ. τ. εΰ-φρων.
ΠΑΡ. ευφραίνω, ευφροσύνη
αρχ.
ευφρονέων, ευφρόνη].

Greek Monotonic

εὔφρων: Επικ. ἐΰ-φρ-, -ον (φρήν),·
I. 1. κεφάτος, ευδιάθετος, χαρωπός, χαρούμενος, εύθυμος, φαιδρός, λέγεται για ανθρώπους που διασκεδάζουν, σε Όμηρ. κ.λπ.· επίρρ. εὐφρόνως, με κέφι, σε Πίνδ. κ.λπ.
2. Ενεργ., αυτός που επευφημεί, που ζητωκραυγάζει, που προκαλεί κέφι, αυτός που προξενεί χαρά ή ευθυμία, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.
II. έπειτα, αυτός που έχει καλές διαθέσεις, ευμενής, ευνοϊκός, ελεήμων, μεγαλόψυχος, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.· επίρρ., με την ίδια σημασία, στον ίδ.
III. = εὔφημος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

εὔφρων: эп. ἐΰφρων 2, gen. ονος
1) радостный, веселый (θυμός Hom.);
2) радующий, веселящий, приятный (οἶνος Hom.; φέγγος ἡμέρας Aesch.);
3) благосклонный, доброжелательный, милостивый (θεὸς εὔ. εὐχαῖς Pind.; Σκαμάνδριοι ῥοαὶ εὔφρονες Ἀργείοις Soph.);
4) разумный, рассудительный (φωνή Aesch.).

Middle Liddell

φρήν
I. cheerful, gladsome, merry, of persons making merry, Hom., etc.: adv. εὐφρόνως, with good cheer, Pind., etc.
2. act. cheering, making glad or merry, Il., Aesch., etc.
II. later, well-minded, favourable, gracious, Pind., Aesch., etc.:—adv., in this sense, Aesch.
III. = εὔφημος, Aesch.