Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μακάριος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μᾰκᾰριος Medium diacritics: μακάριος Low diacritics: μακάριος Capitals: ΜΑΚΑΡΙΟΣ
Transliteration A: makários Transliteration B: makarios Transliteration C: makarios Beta Code: maka/rios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον Pl.Lg.803c: collat. form. of μάκαρ, mostly used in Prose, but also in Poets, as Pi., and freq. in E.,    1 mostly of men, blessed, happy, Pi.P.5.46, E.Or. 86, etc.; σοφοί τε καὶ μ. ἄνδρες Pl.R.335e; μ. τε καὶ εὐδαίμων ib.354a: distd. from εὐδαίμων by Arist.EN1101a7, 19: freq. in phrases such as μ. ὅστις… νοῦν ἔχει Men.114, cf. Mon.357, 614, Phld.Ir.p.3 W.: Sup., Id.Piet.104: in addresses, ὦ μακάριε my good sir, my dear sir, Pl.Prt.309c, R.432d, Men.Pk.219: c. gen., ὦ μ. τῆς τύχης O happy you for... Ar.Eq.186, cf. V.1512, Pl.Euthd.303c; ἰὼ χελῶναι μακάριαι τοῦ δέρματος Ar.V.1292; ὦ μ. σὺ τά τε ἄλλα καὶ αὐτὸ τοῦτο ὅτιX. Cyr.8.3.39.    2 prosperous, οἱ μ., opp. οἱ ἐνδεεῖς, Arist.EN1157b21, al.; κινδυνεύω σοι δοκεῖν μ. τις εἶναι Pl.Men.71a; τοὺς μ. καλουμένους ὁρῶ πονοῦντας ἡμῖν ἐμφερῆ Men.Kith.Fr.1.6; μακαριωτάτην… πόλιν Καπύην Plb.3.91.6; ἐπιγονή SIG695.48 (Magn.Mae., ii B.C.).    3 of the dead, like μακαρίτης, Pl.Lg.947e, cf. Ar.Fr.488.9; μακαρίας μνήμης BCH25.89 (Bithynia), Sammelb.4753.2, etc.    II of states, qualities, etc., μ. λέχος E.Or.1208; -ωτέρα πόλις Id.Tr.365; -ώταται τύχαι ib.328 (lyr.); βίος Cratin.238, cf. Pl.R.561d; τοῖς θεοῖς ἅπας ὁ βίος μ. Arist.EN1178b26; μ. διάθεσις Phld.Mort. 18; μ. ἐστιν ἡ τραγῳδία ποίημα Antiph. 191.1; τὸ μακάριον bliss, Arist.EN1099 b2.    III Adv. -ίως E.Hel.909, Ar.Pl.629, Arist. Pol.1324a24, etc.: Sup. -ώτατα Pl.Lg.733e.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰκάριος: [κᾰ], -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Πλάτ. Νόμ. 803C· συγκριτικ. -ώτερος, ὑπερθετικ. -ώτατος Εὐρ. Τρῳ. 365. 328· - τύπος ταυτόσημος τῷ μάκαρ, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει παρὰ τοῖς πεζογράφοις, ἀλλὰ καὶ παρὰ ποιηταῖς, οἷον παρὰ Πινδ. καὶ συχν. παρ’ Εὐρ.· 1) κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἀνδρῶν, ὡς τὸ μάκαρ ΙΙ, ὡς καὶ νῦν, ἄξιος μακαρισμοῦ, «καλότυχος», Πινδ. Π. 5. 61, Εὐρ. Ὀρ. 86, κτλ.· μ. τε καὶ εὐδαίμων Πλάτ. Πολ. 354Α· ἀλλὰ διακρίνεται ἀπὸ τοῦ ὁλοκλήρως εὐτυχοῦς (ὅστις καλεῖται εὐδαίμων) παρ’ Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 10. 14 καὶ 16· συχν. ἐν φράσεσιν οἵα ἡ ἑξῆς: μακάριος ὅστις οὐσίαν καὶ νοῦν ἔχει Μένανδ. ἐν «Δημιουργῷ» 2, πρβλ. ἐν Μονοστ. 357, 114· - ἐπὶ προσφωνήσεων, ὦ μακάριε, ὡς τὸ ὦ θαυμάσιε, Πλάτ. Πρωτ. 309C, Πολ. 432D, κ. ἀλλ.· - ὡσαύτως μετὰ γεν., ὦ μ. τῆς τύχης, ὦ μακάριε διὰ τὴν τύχην σου, Ἀριστοφ. Ἱππ. 186, τῆς εὐπαιδίας Σφ. 1512, Πλάτ. Εὐθύδ. 303C· οὕτως, ἰὼ χελῶναι μακάριαι τοῦ δέρματος Ἀριστοφ. Σφ. 1292· ὡσαύτως, ὦ μ. σὺ τά τε ἄλλα καί... Ξεν. Κύρ. 8. 3, 39. 2) συχνὸν παρὰ Πλάτωνι, οἱ μακάριοι, ὡς τὸ οἱ ὄλβιοι, οἱ χαρίεντες, οἱ πλούσιοι καὶ οἱ κάλλιον πεπαιδευμένοι, Πλάτ. Πολ. 335Ε, πρβλ. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 8. 5, 3, Πολιτικ. 7. 1, 4, κ. ἀλλ.· κινδυνεύω σοι δοκεῖν μ. τις εἶναι Πλάτ. Μένων 71Α· τοὺς μ. καλουμένους ὁρῶ πονοῦντας ἡμῖν ἐμφερῆ Μένανδ. ἐν «Κιθαριστῇ» 1. 6· μακαριωτάτην... πόλιν Καπύην Πολύβ. 3. 91, 6. 3) ἐπὶ τῶν νεκρῶν ὡς τὸ μακαρίτης, Πλάτ. Νόμ. 947D, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 445α. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, καταστάσεων, ἰδιοτήτων, καὶ τῶν ὁμοίων, μ. λέχος Εὐρ. Ὀρ. 1208· μακαριώταται τύχαι ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 327· μακάριος ἦν ὁ πρὸ τοῦ βίος Κρατῖν. ἐν «Χείρωσι» 1, Πλάτ.· τοῖς θεοῖς ἅπαςβίος μ. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 10. 8, 8· μ. ἐστὶν ἡ τραγῳδία ποίημα Ἀντιφ. ἐν «Ποιήσει» 1· τὸ μακάριον = εὐδαιμονία, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 8, 16. ΙΙΙ. Ἐπίρ. -ίως, Εὐρ. Ἑλ., 909, Ἀριστοφ. Πλ. 629· ὑπερθ. -ώτατα, Πλάτ. Νόμ. 733Ε· - τὸ ὑπερθετ. μακαριώτατος ἦτο τίτλος ἐπισκοπικός, Ἀθανάσ. Ι. 353Β, 377Α, Βασίλ. IV, 980Α, Σύνοδ. Καρθ. 1251C, Ἐφέσου 1073C, κλ.· προσέτι τίτλος τοῦ αὐτοκράτορος, Ἰουλιαν. 379Α, Κ. Πορφ. Ἔκθ. Βασ. Τάξ. 156, 7., 187, 4, κτλ. [Νῦν ὁ τίτλος: μακαριώτατος ἀπονέμεται μόνον εἰς τοὺς Πατριάρχας Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας καὶ Ἀλεξανδρείας καὶ εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κύπρου].

French (Bailly abrégé)

α, ον :
1 heureux, bienheureux ; ὦ μακάριε σὺ τά τε ἄλλα καί, etc. XÉN bienheureux que tu es, surtout de ce que, etc.
2 riche, opulent;
Cp. μακαριώτερος, Sp. μακαριώτατος.
Étymologie: μάκαρ.

English (Slater)

μᾰκᾰρῐος
 nbsp;  1 blessed μακάριος, ὃς ἔχεις καὶ πεδὰ μέγαν κάματον λόγων φερτάτων μναμήἰ of the charioteer, Karrhotos (P. 5.46)

English (Strong)

a prolonged form of the poetical makar (meaning the same); supremely blest; by extension, fortunate, well off: blessed, happy(X -ier).

English (Thayer)

μακαρία, μακάριον (poetic μάκαρ) (from Pindar, Plato down), blessed, happy: joined to names of God, μακαρες Θεοί in Homer and Hesiod); ἐλπίς, ἡγοῦμαι τινα μακάριον, μακαραριος ἐν τίνι, μακάριος ὁ etc. (Hebrew פְּ אַשְׁרֵי, Prayer of Manasseh , who etc. (Winer's Grammar, 551 (512 f)): ὅς with a finite verb, μακάριοι ... ὅτι, ἐάν, Schmidt, chapter 187,7.)

Greek Monolingual

-α, -ο (AM μακάριος, -ία, -ον, Α θηλ. και -ος) μάκαρ
1. αυτός που απολαμβάνει ευτυχία και γαλήνη, ευτυχής, καλότυχος (α. «σὺ δ' εἶ μακαρία μακάριός θ' ὁ σὸς πόσις», Ευρ.
β. «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι», ΚΔ)
2. (για νεκρό) αυτός που βρήκε τη μακαριότητα, ο μακαρίτης
3. (στον υπερθ.) μακαριότατος και μακαριώτατος, -η, -ο(ν)
τίτλος αυτοκράτορα, επισκόπου ή ανώτατου κληρικού
νεοελλ.
1. πράος, γαλήνιος, ήρεμος
2. αδιάφορος, αμέριμνος
3. (στον υπερθ.) τίτλος τών πατριαρχών, εκτός από τον οικουμενικό, και τών αρχιεπισκόπων Κύπρου και Αθηνών
μσν.
φρ. «μακάριος ὕπνος» — ο θάνατος
μσν.-αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ μακάριον
ευδαιμονία, ευτυχία
αρχ.
1. αυτός που βρήκε δικαίωση με τον θάνατο
2. (το αρσ. ως κλητ. προσφώνηση) μακάριε
φίλτατε, αγαπητέ
3. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) oἱ μακάριοι
οι πλούσιοι.
επίρρ...
μακαρίως (Α μακαρίως)
με μακάριο τρόπο
νεοελλ.
με ευχαρίστηση.

Greek Monotonic

μᾰκάριος: [κᾰ], -α, -ον και -ος, -ον, εκτεταμ. τύπος του μάκαρ·
I. 1. λέγεται για ανθρώπους, καλότυχος, ευτυχισμένος, σε Πίνδ., Ευρ. κ.λπ.· σε προσφωνήσεις, ὦ μακάριε, όπως ὦ θαυμάσιε, καλέ μου κύριε, αγαπητέ μου κύριε, σε Πλάτ.· με γεν., ὦ μακάριε τῆς τύχης, ευτυχισμένε εσύ για το καλό σου ριζικό!, σε Αριστοφ.
2. οἱ μακάριοι, όπως οἱ ὄλβιοι, οι πλούσιοι και πιο μορφωμένοι, σε Πλάτ., Αριστοφ.
II. επίρρ. -ίως, σε Ευρ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

μᾰκάριος: (κᾰ)
1) блаженный, счастливый (ὁ βίος Arst.; λέχος Eur.; οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι NT): μ. τινος Arph. счастливый в чем-л.;
2) благоденствующий, богатый (πόλις Polyb.): οἱ μακάριοι ἄνδρες Plat. почтенные люди; (в обращении) ὦ μακάριε! Plat. милый ты мой!;
3) euphem. ставший блаженным, т. е. почивший, покойный Plat.

Middle Liddell

μᾰκά˘ριος, η, ον longer form of μάκαρ
1. of men, blessed, happy, Pind., Eur., etc.:—in addresses, ὦ μακάριε, like ὦ θαυμάσιε, my good sir, my dear sir, Plat.:—c. gen., ὦ μ. τῆς τύχης happy you for your good fortune! Ar.
2. οἱ μακάριοι, like οἱ ὄλβιοι, the rich and better educated, Plat., Arist.
II. adv. -ίως, Eur., Ar.