Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χασμωδία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: χασμωδία Medium diacritics: χασμωδία Low diacritics: χασμωδία Capitals: ΧΑΣΜΩΔΙΑ
Transliteration A: chasmōdía Transliteration B: chasmōdia Transliteration C: chasmodia Beta Code: xasmwdi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A hiatus in verse, Eust.11.33, 12.8, Sch.Ar.Pl.696.

German (Pape)

[Seite 1340] ἡ, immerwährendes, beständiges Gähnen, Schläfrigkeit, Trägheit, Plut. – Bei den Gramm. der Hiatus, auch ein Vers voller Hiatus, wo Einige χασμῳδία schreiben wollen, s. χασμωδέω.

Greek (Liddell-Scott)

χασμωδία: ἡ, κεχηνυῖα σύνθεσις στίχων, ὅταν πολλὰ φωνήεντα συμπίπτωσιν ὁμοῦ, φωνηέντων ἐπαλληλία, Εὐστ. 11. 33., 12. 8, κλπ.

Greek Monolingual

η, ΝΜ χασμώδης
γραμμ. κακόηχη συνάντηση φωνηέντων σε επάλληλες συλλαβές στο μέσον λέξης ή σε συνεκφορά, που δυσχεραίνει τη γοργή και απρόσκοπτη ροή του λόγου
νεοελλ.
μτφ. κενό, διακοπή της συνέχειας ή της ροής, κυρίως κατά την εκτέλεση μουσικού ή θεατρικού έργου.