Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοίρειος

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χοίρειος Medium diacritics: χοίρειος Low diacritics: χοίρειος Capitals: ΧΟΙΡΕΙΟΣ
Transliteration A: choíreios Transliteration B: choireios Transliteration C: choireios Beta Code: xoi/reios

English (LSJ)

α, ον, Ep. χοίρεος, η, ον:—A of a swine, κρέα χοίρεια Ar.Ra.338, X.An.4.5.31; κόπρος Arist.Fr.277; κόπρον χυρίαν (sic) PHolm.25.16. II χοίρεα (sc. κρέα) pig's-flesh, Od.14.81; χοίρειον φαγεῖν S.E.P.3.223, cf. Hp.Epid.6.4.4.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1362] vom Schweine, schweinern; κρέα Ar. Ran. 338; Xen. An. 4, 5,31; Pollian. 3 (XI, 128).

Greek (Liddell-Scott)

χοίρειος: -α, -ον, Ἐπικ. χοίρεος, η, ον· (χοῖρος)· - ὁ ἀνήκων εἰς χοῖρον, κρέα χοίρεια Ἀριστοφ. Βάτρ. 338, Ξεν. Ἀν. 4. 5, 31· κόπρος Ἀριστ. Ἀποσπ. 255. ΙΙ. χοίρεα (ἐξυπακ. κρέα), χοίρινα κρέατα, κρέατα χοίρου, Ὀδ. Ξ. 81· χοίρειον φαγεῖν Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 3. 223, πρβλ. Ἱππ. 1180Α.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
de cochon, de porc ; τὰ χοίρεια PLUT viande de porc.
Étymologie: χοῖρος.

Greek Monolingual

-α, -ο / χοίρειος, -εία, -ον, ΝΜΑ, και επικ. τ. χοίρεος, -έη, -ον, Α χοῑρος
(λόγιος τ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χοίρο, χοιρινός (α. «χοίρειο κρέας» β. χοίρειος κόπρος», Αριστοτ.)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ χοίρειον και επικ. τ. χοίρεον
το κρέας του χοίρου, το χοιρινό.

Greek Monotonic

χοίρειος: -α, -ον, Επικ. χοίρεος, -η, -ον (χοῖρος), αυτός που ανήκει στον χοίρο (γουρούνι), σε Αριστοφ., Ξεν.· χοίρεα (ενν. κρέα), κρέας του χοίρου (χοιρινό), σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

χοίρειος: и χοίρεος 3 χοῖρος свиной (κρέα Arph., Xen.).

Middle Liddell

χοίρειος, η, ον χοῖρος
of a swine, Ar., Xen.; χοίρεα (sc. κρέἀ pig's-flesh, Od.

English (Woodhouse)

χοίρειος = of a pig, of swine

⇢ Look up "χοίρειος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)