Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοιροβοσκός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χοιροβοσκός Medium diacritics: χοιροβοσκός Low diacritics: χοιροβοσκός Capitals: ΧΟΙΡΟΒΟΣΚΟΣ
Transliteration A: choiroboskós Transliteration B: choiroboskos Transliteration C: choirovoskos Beta Code: xoirobosko/s

English (LSJ)

ὁ,

   A swineherd, Sch.D Il.21.282, Gloss.

German (Pape)

[Seite 1362] ὁ, der Schweinemäster, Schweinehirt, Schol. Il. 21, 282.

Greek (Liddell-Scott)

χοιροβοσκός: ὁ, ὁ βόσκων χοίρους, «γουρουνᾶς», Σχόλ. εἰς Ἰλ. Φ. 282, πρβλ. συφορβός, συβώτης.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
βοσκός χοίρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χοῖρος + -βοσκός (< βόσκω), πρβλ. καμηλο-βοσκός, ὑο-βοσκός.