Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιλόπλευρον

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ψῑλόπλευρον Medium diacritics: ψιλόπλευρον Low diacritics: ψιλόπλευρον Capitals: ΨΙΛΟΠΛΕΥΡΟΝ
Transliteration A: psilópleuron Transliteration B: psilopleuron Transliteration C: psiloplevron Beta Code: yilo/pleuron

English (LSJ)

τό, =

   A armus, ofella, ofla, Gloss.

Greek Monolingual

τὸ, πληθ. και ψιλήπλευρα, ΜΑ
1. άρθρωση
2. ώμος
3. πλευρά αλόγου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. ουδ. αμάρτυρου επιθ. ψιλόπλευρος < ψιλός + -πλευρος (< πλευρόν), πρβλ. πλατύ-πλευρον].