Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψωμόλεθρος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ψωμόλεθρος Medium diacritics: ψωμόλεθρος Low diacritics: ψωμόλεθρος Capitals: ΨΩΜΟΛΕΘΡΟΣ
Transliteration A: psōmólethros Transliteration B: psōmolethros Transliteration C: psomolethros Beta Code: ywmo/leqros

English (LSJ)

ὁ,

   A bread-pest, Com. name for a parasite, Suid., Hdn.Epim.203:—also ψωμολεθρία, ἡ, Zonar.

German (Pape)

[Seite 1406] ὁ, Bissenpest, Brotpest, kom. Ausdruck für einen gierigen Schmarotzer, Suid.

Greek (Liddell-Scott)

ψωμόλεθρος: ὁ, ὁ ἐπιφέρων ὄλεθρον εἰς τὸν ἄρτον, ὁ καταναλίσκων πολὺν ἄρτον, πολύφαγος, κοινῶς «φαγᾶς», κωμικὸν ὄνομα παρασίτου, Σουΐδ., Ἡρῳδιαν. Ἐπιμερισμ. 203, πρβλ. Λοβέκ. εἰς Φρύν. 705. - ψωμολεθρία, ἡ, «πολυφαγία», Ζωναρᾶς σ. 1879.

Greek Monolingual

ὁ, Α
(κωμ. λ.) (ως ονομασία ενός παρασίτου) αυτός που καταστρέφει το ψωμί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψωμός «μπουκιά ψωμιού» + ὄλεθρος «καταστροφή»].