Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκρίβωμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀκρῑβωμα Medium diacritics: ἀκρίβωμα Low diacritics: ακρίβωμα Capitals: ΑΚΡΙΒΩΜΑ
Transliteration A: akríbōma Transliteration B: akribōma Transliteration C: akrivoma Beta Code: a)kri/bwma

English (LSJ)

τό,

   A exact knowledge, τὸ κατὰ μέρος ἀ. Epicur.Ep.1p.3U.; precise account, τινός ib.p.4 U.    2 consummate display of execution, in music, Phld. Mus.p.90 K. (pl.).

German (Pape)

[Seite 81] τό, genaue Kenntniß, Diog. L. 10, 36.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκρίβωμα: τό, ἀκριβὴς γνῶσις, Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 36.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 descripción precisa o rigurosa τινός Epicur.Ep.[2] 36.6
conocimiento riguroso τὸ κατὰ μέρος ἀ. Epicur.Ep.[2] 36.4.
2 construcción o ejecución rigurosa en las diversas artes, Phld.Mus.4.22.9.

Greek Monolingual

ἀκρίβωμα, το (Α) ἀκριβῶ
1. (στον Επίκουρο) η ακριβής γνώση
2. (στη μουσική) η σωστή ερμηνεία στην εκτέλεση.

Russian (Dvoretsky)

ἀκρίβωμα: ατος (ῑ) τό точное (основательное) знание Diog. L.