Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμειδής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀμειδής Medium diacritics: ἀμειδής Low diacritics: αμειδής Capitals: ΑΜΕΙΔΗΣ
Transliteration A: ameidḗs Transliteration B: ameidēs Transliteration C: ameidis Beta Code: a)meidh/s

English (LSJ)

ές,

   A not smiling, gloomy, Plu.2.477e, Orph.A.1079, Opp.C.2.459.

German (Pape)

[Seite 120] ές, nicht lachend, traurig, βίος Plut. tranq. an. a. E.; Opp. C. 3, 236.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμειδής: -ές, ὁ μὴ μειδιῶν, κατηφής, Πλούτ. 2. 477Ε, Ὀρφ. Ἀργ. 1086, Ὀππ.

Spanish (DGE)

-ές

• Morfología: [neutr. plu. ἀμιδέα GVI 1839.1 (Licaonia III d.C.)]
1 de pers. o del rostro humano que no sonríe, adusto ἀνιαρὸν πρόσωπον καὶ ... εὐμειδές τε καὶ ἀμειδές Adam.2.28, ἀμειδέος Αἰδωνῆος GDRK 30.79, χεῖλος ἀμειδές, ἀκίνητον, ἢν λαλῇ Aret.SD 1.7.12, de Eurípides, Sud.s.u. Εὐριπίδης.
2 fig. tétrico, terrible βίον ἀμειδῆ καὶ κατηφῆ Plu.2.477e, ψυχὴν δὲ ἀμειδέες Aret.SD 2.6.8, πορδαλίων δ' οὐ γῆρυν ἀμειδέα πεφρίκασιν Opp.C.2.459, ἀμειδέα παιδὸς ἐδητύν Opp.C.3.236, οἳ ἀμειδέα θύσθλα φέρουσι Orph.A.1075, ἀμιδέα δώματα Ἅδ[ο] υ GVI l.c., ὀπωπή Nonn.D.38.220, ὀργὴν οὖν πρήϋνον ἀμειδέα Orác. en Sud.δ 1145, ἀμειδές· στυγνόν Hsch., cf. ἀμειδές· ἀγέλαστον Hsch.

Greek Monolingual

ἀμειδής, -ές (Α) μειδιῶ
αμειδίαστος, αγέλαστος, σκυθρωπός.

Russian (Dvoretsky)

ἀμειδής: (никогда) не улыбающийся, т. е. невеселый, печальный (βίος Plut.).