Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀψηλάφητος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀψηλάφητος Medium diacritics: ἀψηλάφητος Low diacritics: αψηλάφητος Capitals: ΑΨΗΛΑΦΗΤΟΣ
Transliteration A: apsēláphētos Transliteration B: apsēlaphētos Transliteration C: apsilafitos Beta Code: a)yhla/fhtos

English (LSJ)

[λᾰ], ον,

   A not tried or tested, Plb.8.19.5.    II untouched, Hsch.; gloss on ἄψαυστος, Id.

German (Pape)

[Seite 421] nicht betastet, nicht versucht, Pol. 8, 21.

Greek (Liddell-Scott)

ἀψηλάφητος: -ον, ἀνέπαφος, Πολύβ. 8. 21, 5.
2) ἄθικτος, μὴ ψηλαφητός, Ἐκκλ.

Spanish (DGE)

-ον
1 no probado, no atestiguado ὁ γὰρ Βῶλις οὐθὲν ἀψηλάφητον εἶχε τῶν ἐπινοηθέντων ἂν εἰς τοῦτο τὸ μέρος Plb.8.19.5
no tocado, intacto Hsch.s.u. y s.u. ἄψαυστον.
2 que no se puede tocar, intocable, impalpable τὸν σίδηρον ἀψηλάφητον ποιεῖ τοῦ πυρὸς ἡ συνάφεια Nil.M.79.457B, βάτος Sch.Pi.O.6.87 Böckh, θάνατος Melit.Pasch.156
fig. intangible de Dios, Ign.Pol.3.2, de los ángeles ἀ. σχῆμα Chrys.M.50.786, de Cristo οὐσία Phot.Bibl.252a.

Greek Monolingual

και αψηλάφιστος, -η, -ο (AM ἀψηλάφητος, -ον)
εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να ψηλαφήσει ή να αγγίξει.

Russian (Dvoretsky)

ἀψηλάφητος: (λᾰ) неиспробованный: οὐδὲν ἀψηλάφετον ἔχειν Polyb. испробовать решительно все.