Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνηβος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἄνηβος Medium diacritics: ἄνηβος Low diacritics: άνηβος Capitals: ΑΝΗΒΟΣ
Transliteration A: ánēbos Transliteration B: anēbos Transliteration C: anivos Beta Code: a)/nhbos

English (LSJ)

ον,

   A not yet come to man's estate, opp. ἔφηβος, παῖς Heraclit.117, cf. Leg.Gort.11.19, Lys.14.25, Theoc.8.3; οἱ ἄ. pueri, CIG2034 (Byzantium), cf. SIG1028.32 (Cos); ἄνηβοι καὶ ἄγονοι ἐκ γενετῆς impotent, Arist.HA581b22; of a girl, Pl.Lg.833c.

German (Pape)

[Seite 228] der das mannbare Alter noch nicht erreicht hat, unerwachsen, Lys. 14, 25; κόραι Plat. Legg. VIII, 833 a; Theocr. 8, 3. Ggstz ἔφηβος.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνηβος: -ον, ὁ μήπω ἐλθὼν εἰς ἥβην, ὅ ἐ. ἀγένειος, ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἔφηβος, Λυσ. 142. 7, Πλάτ. Νόμ. 833C, Θεόκρ. 8. 3· οἱ ἄνηβοι, pueri, Συλλ. Ἐπιγρ. 2034· ἄνηβοι καὶ ἄγονοι ἐκ γενετῆς, ἀνίκανοι καὶ ἄνευ γονῆς, Ἀριστ. Ἱστ. Z. 7. 1, 10. 2) ἐπὶ κόρης, Ἐπιγρ. Ἑλλ. 671.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
non encore dans l’âge de la puberté ; sans barbe.
Étymologie: ἀ, ἥβη.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): cret. ἄνɛ̄βος ICr.4.72.11.19 (Gortina V a.C.); dór. ἄναβος Theoc.5.87
que no ha llegado a la pubertad παῖς Heraclit.B 117, Sol.19.1, ICr.l.c., Lys.14.25, Theoc.l.c., cf. 8.3, γίνονται δέ τινες ἄνηβοι ἐκ γενετῆς καὶ ἄγονοι Arist.HA 581b22, παῖδες Plu.2.712e, cf. D.C.49.42.1, Teles p.24.5, Plot.2.9.9, de niñas, Pl.Lg.833c
subst. οἱ ἄ. muchachos, niños ἄξιον Ἐφεσίοις ... τοῖς ἀνήβοις τὴν πόλιν καταλιπεῖν Heraclit.B 121, ἀγωνάριον ἀνήβων SIG 1028.32 (Cos II a.C.), ἀνήβων ... ἀφανισμός LXX 2Ma.5.13, cf. CIG 2034 (Bizancio)
tb. como n. de una tirada de dados, Hsch.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄνηβος, -ον)
ήβη
αυτός που δεν είναι ακόμη έφηβος
αρχ.
αυτός που έχει αναφροδισία, ο σεξουαλικά ανίκανος.

Greek Monotonic

ἄνηβος: -ον (ἥβη), αυτός που δεν έχει έρθει ακόμα στην ανδρική ακμή, αγένειος, σε Πλάτ., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄνηβος: дор. ἄνᾱβος 2 не достигший возмужалости Lys., Plat., Arst., Theocr., Plut.

Middle Liddell

[ἥβη]
not yet come to man's estate, beardless, Plat., Theocr.