Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγένειος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀγένειος Medium diacritics: ἀγένειος Low diacritics: αγένειος Capitals: ΑΓΕΝΕΙΟΣ
Transliteration A: agéneios Transliteration B: ageneios Transliteration C: ageneios Beta Code: a)ge/neios

English (LSJ)

ον, (γένειον)

   A beardless, boyish; ἀγένειόν τι εἰρηκέναι to speak like a boy, Luc.J. Tr.29; τὸ ἀ. Id.Eun.9. Adv. -είως, ἔχειν Philostr.VS1.8.1.    II ἀγένειοι, οἱ, boys within the age to enter for certain prizes at the games, Pi.O.8.54, 9.89, cf. Ar.Eq.1373, Lys. 21.4, Pl.Lg.833c, IG2.965, al., Paus.6.6.3.    III (γενεά) childless, GDI1891.29 (Delph.), Hsch.

German (Pape)

[Seite 12] (γένειον), unbartig, von Pind. an überall; ἀγένειον τοῦτο εἴρηκας, das war unbärtig gesprochen, Luc. Trag. 29; Plat. Legg. VIII, 833 c setzt die ἀγ. zwischen παῖδες u. ἄνδρες, u. so werden öfter χοροὶ ἀγενείων (ἀγένειοι πυῤῥχισταί Lys. 21, 4) erwähnt, abgesondert von den παῖδες; – ἀγενείως ἤχειν, unb. aussehen, Philostr.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγένειος: -ον, (γένειον) ὁ ἄνευ γενείου, Πίνδ., κτλ. (ἴδε κατωτέρω), ἀγένειον τοῦτο εἴρηκας, περὶ παιδαριώδους ὁμιλίας, Λουκ. Ζεὺς Τραγ. 29. Τὸ ἀγένειον, ἔλλειψις γενειάδος, ὁ αὐτ. Εὐν. 9. ― Ἐπίρρ. ἀγενείως ἔχειν, Φιλόστρ. 489· ἀγένειοι ἐκαλοῦντο παῖδες ἐντὸς τῆς ἡλικίας, καθ’ ἣν ἠδύναντο νὰ κατέλθωσιν εἴς τινας τῶν ἀγώνων, Πινδ. Ὀ. 8. 71, 9. 135· πρβλ. Ἀριστοφ. Ἱπ. 1373, Λυσ. 162. 4, Πλάτ. Νόμ. 833C, Συλλ. Ἐπιγρ. 236 καὶ ἀλλ., Παυσ. 6. 6, 3.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 imberbe;
2 digne d’un imberbe, juvénile.
Étymologie: ἀ, γένειον.

English (Slater)

ᾰγένειος
   1 beardless, as subs. beardless youth εἰ δἐγὼ Μελησία ἐξ ἀγενείων κῦδος ἀνέδραμον ὕμνῳ i. e. the fame Melesias wins from youths whom he has trained (O. 8.54) οἶον δἐν Μαραθῶνι συλαθεὶς ἀγενείων μένεν ἀγῶνα πρεσβυτέρων (O. 9.89)

Spanish (DGE)

-ον que no tiene hijos, GDI 1891.29 (Delfos II a.C.).
-ον
I 1imberbe, lampiño νεανίαι ... ἀγ[έ] νει[οι κ] ἀνύπανοι Alcm.10(b)17, cf. 19, Ar.Eq.1373, Luc.Eun.9
subst. οἱ ἀγένειοι agon. los imberbes categoría de edad entre los παῖδες y los ἄνδρες aprox. entre los 17 y 20 años, Pi.O.8.54, Lys.21.4, Pl.Lg.833c, ἀγενείων παγκράτιον IG 7.414.22 (IV a.C.), ἀγενείων στάδιον IG 11(2).203.A.66 (III a.C.), ἀγενείων πυγμήν IG 11(2).203.A.68 (III a.C.), νικήσας ἀγενείων πάλην IG 5(1).663.1 (imper.), cf. CEG 758 (Atenas IV a.C.), Corinth.8(1).14.67 (I d.C.), Paus.6.6.3
τὸ ἀ. la juventud Luc.Eun.9.
2 propio de un imberbe, de un muchacho ἀγένειον τοῦτο ὡς ἀληθῶς εἴρηκας verdaderamente has dicho una niñería Luc.ITr.29.
II adv. -ως sin barba ἔχειν Philostr.VS 489.

Greek Monotonic

ἀγένειος: -ον (γένειον), αυτός που δεν έχει γένια· ἀγένειόν τι εἰρηκέναι, παιδαριώδης ομιλία, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγένειος:
I безбородый (πυρριχισταί Lys.);
2) мальчишеский, ребяческий, незрелый: ἀγένειον τοῦτο εἴρηκας Luc. ты сказал это по-мальчишески.
II ὁ безбородый юноша, подросток Pind., Arph., Plat.

Middle Liddell

γένειον
beardless; ἀγένειόν τι εἰρηκέναι to speak like a boy, Luc.