Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡγήτωρ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἡγήτωρ Medium diacritics: ἡγήτωρ Low diacritics: ηγήτωρ Capitals: ΗΓΗΤΩΡ
Transliteration A: hēgḗtōr Transliteration B: hēgētōr Transliteration C: igitor Beta Code: h(gh/twr

English (LSJ)

(Dor. ἁγ- Ibyc.Oxy.2081 (

   A f) Fr.4), ορος, ὁ, leader, commander, chief, Τρώων, φυλάκων, Il.3.153, 10.181; ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες chiefs in war and leaders in council, 2.79, etc.; ἡ. ὀνείρων, of Hermes, h.Merc. 14.    II title of chief priest of Aphrodite in Cyprus, BMus.Inscr. 975.10 (Amathus), cf. Hsch. s.v. ἀγήτωρ.

German (Pape)

[Seite 1152] ορος, ὁ, = ἡγητήρ, Anführer, Heerführer; Τρώων Il. 3, 153; φυλάκων 10, 181; Πυλίων ἡγήτορες ἄνδρες 11, 687; oft ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες verb., die Ersten im Felde u. im Rathe. Auch bei K. S., ἡγήτορες ἐκκλησιῶν, Bischöfe.

Greek (Liddell-Scott)

ἡγήτωρ: -ορος, ὁ, ἀρχηγός, ἄρχων, διοικητής, Τρώων, φυλάκων Ἰλ. Γ. 153, Κ. 181· ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες, ἀρχηγοὶ ἐν πολέμῳ καὶ πρῶτοι ἐν βουλῇ, Β. 79, κτλ.· ἡγ. ὀνείρων, ἐπὶ τοῦ Ἑρμοῦ, Ὕμν. Ὅμ. εἰς Ἑρμ. 14.

French (Bailly abrégé)

ορος (ὁ) :
chef, qui préside à, gén..
Étymologie: ἡγέομαι.

English (Autenrieth)

ορος (ἡγέομαι): leader, chief; freq. ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες, w. ἄνδρες, Il. 16.495.

Greek Monotonic

ἡγήτωρ: -ορος, ὁ, αρχηγός, διοικητής, οδηγός, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἡγήτωρ: дор. ἁγήτωρ, ορος ὁ
1) предводитель, начальник (Τρώων, φυλάκων Hom.);
2) проводник: ἡ. ὀνείρων HH навевающий сны (т. е. Гермес);
3) вождь, наставник (эпитет Зевса у спартанцев Xen. и Аполлона Eur.).

Middle Liddell

ἡγήτωρ, ορος,
a leader, commander, chief, Il.