Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οδηγός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

ο, η (ΑΜ ὁδηγός, Μ και ὁδαγός)
1. αυτός που προπορεύεται δείχνοντας την πορεία στους άλλους που ακολουθούν
2. ως επίθ. οδηγός, -ό
οδηγητικός, καθοδηγητικός ή ρυθμιστικός («οδηγό πυροβόλο» — πυροβόλο που ρυθμίζει τη σκόπευση τών υπόλοιπων)
νεοελλ.
1. πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα να οδηγεί ξένους στα αξιοθέατα ενός τόπου ή ενός χώρου, ξεναγός
2. ο πρώτος σε μια παράταξη σύμφωνα με τον οποίο ρυθμίζουν οι υπόλοιποι τη θέση ή το βήμα τους στη διάρκεια γυμναστικών ή στρατιωτικών ασκήσεων
3. αυτός που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα («οδηγός αυτοκινήτου»)
4. τεχνολ. η ευθυντηρία
5. ναυτ. πλοίο που τίθεται επικεφαλής σε ναυτικό σχηματισμό και σύμφωνα με το οποίο κανονίζουν τη θέση τους τα υπόλοιπα (α. «οδηγός γραμμής» β. «οδηγός σχηματισμού» ή «οδηγός στόλου»)
6. νεαρή κοπέλα-μέλος προσκοπικής οργάνωσης
7. φυλλάδιο ή βιβλίο που περιέχει πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες για την ενημέρωση και τον προσανατολισμό κάποιου σε έναν γεωγραφικό και καλλιτεχνικό χώρο ή παρέχει γνώσεις και συμβουλές σε έναν οποιονδήποτε τομέα (α. «οδηγός της Κέρκυρας» β. «οδηγός του Μουσείου Μπενάκη» γ. «οδηγός μαγειρικής» δ. «οδηγός καλής συμπεριφοράς»)
8. (στις Κυκλάδες) η βασίλισσα τών μελισσών
9. (στην Κρήτη) κριάρι που προηγείται του ποιμνίου
10. (γενικά) καθετί που χρησιμεύει στη χάραξη της πορείας και στην καθοδήγηση ενός ατόμου («η πείρα είναι ο καλύτερος οδηγός»)
μσν.-αρχ.
ο Θεός ως καθοδηγητής τών ανθρώπων
αρχ.
1. δάσκαλος («ταῑς Ἀριστοτελείοις τέχναις ὁδηγοῑς χρησάμενος», Διον. Αλ.)
2. μέρος από το οποίο κατευθυνόταν η πολιορκητική χελώνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁδός + -ηγός (< ἄγω), πρβλ. χορ-ηγός. Το -η- του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].