Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡμερίδης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἡμερίδης Medium diacritics: ἡμερίδης Low diacritics: ημερίδης Capitals: ΗΜΕΡΙΔΗΣ
Transliteration A: hēmerídēs Transliteration B: hēmeridēs Transliteration C: imeridis Beta Code: h(meri/dhs

English (LSJ)

ου, ὁ, (ἥμερος) of wine,

   A mild, mellow, Plu.2.663d, 692e.    2 epith. of Dionysus, as patron of the cultivated vine (ἡμερίς), ib.451c,994a.

German (Pape)

[Seite 1165] ὁ (ἥμερος), zahm, milde; vom Weine, Plut. Symp. 4, 1, 3 g. E.; bes. heißt so Dionysos, weil er den zahmen Weinstock, ἡμερίς, geschaffen hat, de esu carn. 1, 2.

Greek (Liddell-Scott)

ἡμερίδης: -ου, ὁ, (ἥμερος), ἐπὶ οἴνου, ἤπιος, μαλακός, Λατ. mitis, τὸν δ’ ἀνθοσμίαν ἀπωσάμενοι τουτονὶ καὶ ἡμερίδην, ἀγριώτερον πίνομεν ἐκ πίθου Πλούτ. 2.663D, 692Ε· - ἐπίθ. τοῦ Διονύσου ὡς προστάτου τῆς ἡμερίδος, αὐτόθι 451C, 994Α.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
vin doux en parl. de Bacchus, le dieu du vin doux.
Étymologie: ἥμερος.

Greek Monolingual

ἡμερίδης, -ου, ὁ (Α)
1. (για οίνο) ελαφρός, γλυκός
2. επίθ. του Διονύσου ως προστάτη της ημερίδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Με τη σημασία 1 < ήμερος. Με τη σημασία 2 < ημερίς].

Russian (Dvoretsky)

ἡμερίδης: ου adj. m дающий нежное вино (эпитет Вакха) Plut.
ου ὁ нежное, тонкое вино Plut.