Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡστικός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἡστικός Medium diacritics: ἡστικός Low diacritics: ηστικός Capitals: ΗΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hēstikós Transliteration B: hēstikos Transliteration C: istikos Beta Code: h(stiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (ἥδομαι)

   A pleasing, agreeable, πάθος S.E.M.6.33. Adv. -κῶς, opp. ἀλγεινῶς, ib.10.225.

German (Pape)

[Seite 1177] erfreuend, πάθος S. Emp. adv. mus. 33; auch adv., ἡστικῶς πάσχειν, Ggstz von ἀλγεινῶς, adv. phys. 2, 225; ἡστικῶς διατιθέναι τινά adv. eth. 98.

Greek (Liddell-Scott)

ἡστικός: -ή, -όν, (ἥδομαι) εὐάρεστος, εὐχάριστος, ἀντίθ. ἀλγεινός, Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 6. 33. - Ἐπίρρ. -κῶς, ὁ αὐτ. Μ. 10. 225.

Greek Monolingual

ἡστικός, -ή, -όν (Α) ηστός
ηδονικός, ευάρεστος, ευχάριστος.
επίρρ...
ἡστικὼς (Α)
ευάρεστα, ηδονικά.

Russian (Dvoretsky)

ἡστικός: ἥδομαι приятный, доставляющий наслаждение (πάθος Sext.).