Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλγεινός

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀλγεινός Medium diacritics: ἀλγεινός Low diacritics: αλγεινός Capitals: ΑΛΓΕΙΝΟΣ
Transliteration A: algeinós Transliteration B: algeinos Transliteration C: algeinos Beta Code: a)lgeino/s

English (LSJ)

ή, όν, A painful, grievous, A.Pr.199, 240, S.OT1530, E.Med. 1037; τὰ μέλλοντα ἀ. Th.2.39, cf. ib.43 (Comp.). Adv. -νῶς S.Ant. 436, Pl.Grg.476c. II rare in pass. sense, feeling pain, suffering, S.OC1664.—Comp. and Sup. in common use ἀλγίων, ἄλγιστος (q. v.), but ἀλγεινότερος, -ότατος, Th.2.43, Pl.Grg.477d, Smp.218a, Arist. Pr.890a37, and v.l. Isoc. 14.48. Hom. form ἀλεγεινός, q.v.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 90] 1) schmerzhaft, kränkend, Tragg., und Prosa, z. B. Plat. θάνατος ἀλγ. καὶ βίαιος Tim. 81 e; τὰ ἀλγεινά Thuc. 2, 89. – 2) leidend, σὺν νόσοις ἀλγεινὸς ἐξεπέμπετο Soph. O. C. 1660; αἰὼν ἀλγ. καὶ ἀβίωτος Xen. Cyr. 3, 3, 24; βίος Plut. – Adv. ἀλγεινῶς, φέρειν Soph. Phil. 999. S. ἀλγίων. Der regelmäßige compar. ἀλγεινότερος Plat. Gorg. 477 d Conv. 218 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλγεινός: -ή, -όν, (ἄλγος) ὁ παρέχων πόνον, ὀδυνηρός, θλιβερός, Αἰσχύλ. Πρ. 197, 238, Σοφ. Ο. Τ. 1530, Εὐρ. Μήδ. 1037, Θουκ., κτλ.: ― Ἐπίρρ. -νῶς, Σοφ. Ἀντ. 436, Φ. 1011, Πλάτ. Γοργ. 476C. II. σπάνιον ἐν παθ. σημασ., ὁ αἰσθανόμενος πόνον, βαρέως ὑποφέρων, Σοφ. Ο. Κ. 1664. Συγκρ. καὶ ὑπερθ. ἐν κοινῇ χρήσει εἶναι ἀλγίων, ἄλγιστος, ἂν καὶ ὁ Πλάτ. ἔχει ἀλγεινότερος, -ότατος, Γοργ. 477D, Συμπ. 218Α· οὕτω παρ’ Ἀριστ. Προβλ. 9, 8, καὶ δ. γρ. ἐν Ἰσοκρ. 306Α. Ὁ Ὁμηρ. τύπος εἶνε ἀλεγεινός, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 douloureux, pénible;
2 qui éprouve de la douleur, qui souffre.
Étymologie: ἄλγος.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1doloroso, penoso ἐπιμήνια Hp.Mul.2.146, διάθεσις Hp.Praec.9, θάνατος Pl.Ti.81e, cf. IPrusa 55 (II/III d.C.), τμῆμα Pl.Grg.476c, πληγή Arist.Pr.890a37, cf. Ph.1.283, νόσοι ISmyrna 539.1 (I/II a.C.)
de palabras y sentimientos πημονή A.Pr.238, μῦθος S.Ant.12, cf. El.762, ἔρως E.Hipp.775, ἀλγεινὰ μέν μοι καὶ λέγειν ἐστὶν τάδε A.Pr.197, μηδὲν ἀλγεινὸν παθών S.OT 1530, δίκη E.Ba.1328, ἀνάγκη X.Mem.3.12.2, αἴσθησις Pl.Ti.77b
subst. τὰ ἀ. dolores, sufrimientos ἔχεις ... ἀλγείν' E.Hel.252, τῇ τε ὄψει ... ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ Th.7.75, τὰ μέλλοντα ἀ. Th.2.39, ταῖς ἐλπίσιν τἀλγεινὰ παραμυθούμενος Men.Fr.782, cf. Ph.1.127, sg. τὸ ἔπειτα ἀλγεινόν el dolor futuro D.C.36.14
compar. adverb. μᾶλλον δὲ κἀκείνων ἀλγεινότερον ὀδυνώμενοι Gr.Nyss.Melet.452.17.
2 dolorido, doliente ἀνὴρ γὰρ οὐ στενακτὸς οὐδὲ σὺν νόσοις ἀλγεινὸς ἐξεπέμπετο S.OC 1664, ἀλγειναὶ δ' ἐκάμοντο συνάλικες AP 7.711 (Antip.Sid.)
lleno de penas βίοτος E.Med.1037, βίος X.Cyr.3.3.52, Plu.2.238a.
II adv. -ῶς dolorosamente ἡδέως ... κἀλγεινῶς S.Ant.436, φέρειν S.Ph.1011, cf. Pl.Grg.476c.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀλγεινὸς και ἀλεγεινός, -ή, -όν)
1. αυτός που προκαλεί σωματικό πόνο, ο οδυνηρός
2. αυτός που δίνει ψυχικό πόνο, λυπηρός, θλιβερός
αρχ.
αυτός που αισθάνεται πόνο, που υποφέρει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχικός τ. ἀλγεσ-νὸς (< θ. της λ. ἄλγος) με απλοποίηση του συμπλέγματος -σν- και αντέκταση
ο επικός δε τ. ἀλεγεινὸς είναι μεταπλασμένος τ. του επιθ. ἀλγεινὸς κατ’ επίδραση του ρημ. ἀλέγω.
ΠΑΡ. νεοελλ. ἀλγεινότητα].

Greek Monotonic

ἀλγεινός: -ή, -όν (ἄλγος), Αττ. αντί Επικ. ἀλεγεινός,
I. αυτός που προκαλεί, που δίνει πόνο, οδυνηρός, θλιβερός, σε Τραγ., Θουκ.· επίρρ. -νῶς, σε Σοφ., Πλάτ.
II. σπανίως με Παθ. σημασία, αισθανόμενος πόνο, αυτός που υποφέρει βαριά, πάσχων, σε Σοφ.· πρβλ. ἀλγίων, -ιστος.

Russian (Dvoretsky)

ἀλγεινός: (compar. ἀλγεινότερος и ἀλγίων, superl. ἀλγεινότατος и ἄλγιστος)
1) болезненный, мучительный, горестный (πημοναί Aesch.; βίοτος Eur.; θάνατος Plat.);
2) страждущий, скорбящий: οὐκ ἀ. ἐξεπέμπετο Soph. он скончался без страданий.

Middle Liddell

ἄλγος
I. attic for epic ἀλεγεινός, giving pain, painful, grievous, Trag., Thuc.:—adv. -νῶς, Soph., Plat.
II. rare in pass. sense, feeling pain, grievously suffering, suffering, Soph. —Cf. ἀλγίων, -ιστος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀλγεινός -ή -όν, ep. ἀλεγεινός ἄλγος comp. ook ἀλγίων, superl. ook ἄλγιστος
1. smartelijk, pijnlijk.
2. moeilijk :. ἀλγίστη δαμάσασθαι zeer moeilijk om te temmen Il. 23.655.
3. pijn ondervindend, pijn lijdend :. οὐδὲ σὺν νόσοις ἀλγεινὸς ἐξεπέμπετ ’(ο) en hij is ook niet heengegaan terwijl hij ziek was en pijn leed Soph. OC 1664.

English (Woodhouse)

ἀλγεινός = distressing, grievous

⇢ Look up "ἀλγεινός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)