Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιόγλωσσος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἰδῐόγλωσσος Medium diacritics: ἰδιόγλωσσος Low diacritics: ιδιόγλωσσος Capitals: ΙΔΙΟΓΛΩΣΣΟΣ
Transliteration A: idióglōssos Transliteration B: idioglōssos Transliteration C: idioglossos Beta Code: i)dio/glwssos

English (LSJ)

ον,

   A of distinct, peculiar tongue, πόλις Str.5.2.9.

German (Pape)

[Seite 1236] von eigener, besonderer Sprache, Strab. V, 226.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιόγλωσσος: -ον, ἔχων ἰδίαν, διακεκριμένην γλῶσσαν, Στράβων 226.

Greek Monolingual

ἰδιόγλωσσος, -ον (Α)
αυτός που μιλά δική του, ξεχωριστή γλώσσα («πόλιν ἰδιόγλωσσον», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -γλωσσος (< γλώσσα), πρβλ. δί-γλωσσος, πολύ-γλωσσος].