Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολύγλωσσος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πολῠγλωσσος Medium diacritics: πολύγλωσσος Low diacritics: πολύγλωσσος Capitals: ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΟΣ
Transliteration A: polýglōssos Transliteration B: polyglōssos Transliteration C: polyglossos Beta Code: polu/glwssos

English (LSJ)

Att. πολύγλωττος, ον,

   A manytongued, δρῦς π. the vocal (oracular) oak of Dodona, S.Tr.1168; π. βοή an oft-repeated or loud-voiced cry, Id.El.641, 798.    II speaking many tongues or languages, Lyc.1377, Luc.JTr.13, Gal.8.585; ἐπίκουροι Tryph.24.

German (Pape)

[Seite 661] att. -ττος, vielzüngig; Soph. Tr. 1058 von der Eiche in Dodona, die viele Orakel giebt; βοή, Geschrei des Neides von vielen Menschen, El. 631. 788; ἀπειλαὶ τῶν βαρβάρων, Plut. Lucull. 7; Luc. Deor. conc. 14.

Greek (Liddell-Scott)

πολύγλωσσος: -ον, Ἀττ. -ττος, ον, ὁ ἔχων πολλὰς γλώσσας, δρῦς π., ἡ ἠχοῦσα (χρησμῳδοῦσα) δρῦς τῆς Δωδώνης, Σοφ. Τρ. 1168· π. βοή, πολλάκις ἐπαναληφθεῖσα ἠχηρὰ κραυγή, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 641, 798. ΙΙ. ὁ λαλῶν πολλὰς γλώσσας, Λυκόφρ. 1377, Λουκ. ἐν Διΐ Τραγ. 13.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. qui a beaucoup de langues, càd qui rend beaucoup d’oracles;
II. 1 exprimé par beaucoup de langues, càd par une foule nombreuse, ou accompagné de beaucoup de paroles incessantes en parl. de cris;
2 qui parle beaucoup de langues.
Étymologie: πολύς, γλῶσσα.

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν ΜΑ, πολύγλωσσος και πολύγλωττος, -ον, ΜΑ
1. αυτός που έχει πολλές γλώσσες
2. αυτός που ξέρει και χρησιμοποιεί πολλές γλώσσες ή διαλέκτους
νεοελλ.
1. αυτός που έχει γραφεί σε πολλές γλώσσες («πολύγλωσση επιγραφή»)
2. αυτός που αποδίδει, που μεταφράζει μια λέξη σε περισσότερες από μία γλώσσες («πολύγλωσσο λεξικό»)
νεοελλ.-μσν.
αυτός που παρουσιάζει, που έχει ποικιλία γλωσσών («ἔθνη δέ τε μύρια... καὶ πολύγλωττα», Καισάρ.)
αρχ.
1. μτφ. (για τη μαντική δρυ της Δωδώνης) αυτή που χρησμοδοτούσε με το μεγάλο πλήθος τών φύλλων της («Σελλῶν εἰσελθὼν ἄλσος... πρὸς τῆς πατρῷας καὶ πολυγλώσσου δρυός», Σοφ.)
2. φρ. «πολύγλωσσος βοή» — ηχηρή κραυγή που επαναλαμβάνεται πολλές φορές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -γλωσσος (< γλῶσσα), πρβλ. δί-γλωσσος].

Greek Monotonic

πολύγλωσσος: Αττ. -ττος, -ον (γλῶσσα), αυτός που έχει πολλές γλώσσες, δρῦς πολύγλωσσος, η μαντική βελανιδιά της Δωδώνης, σε Σοφ.· πολύγλωσσος βοή, η πολλές φορές επαναλαμβανόμενη ή εξαιρετικά ηχηρή κραυγή, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

πολύγλωσσος: атт. πολύγλωττος 2
1) многоязыкий, т. е. прорицающий всеми своими листьями (δρῦς Soph.) или стоустый (βοή Soph.; ἀπειλαί Plut.);
2) говорящий на многих языках (ἐγὼ δὲ οὐ π. εἰμι Luc.).

Middle Liddell

πολύ-γλωσσος, αττιξ -ττος, ον, γλῶσσα
many-tongued, δρῦς π. the vocal (oracular) oak of Dodona, Soph.; π. βοή an oft-repeated or loud-voiced cry, Soph.