Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

encounter

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

English > Greek (Woodhouse)

woodhouse 271.jpg

trans.

Meet persons: P. and V. τυγχάνειν (gen.), συντυγχάνειν (dat., V. gen.), ἐντυγχάνειν (dat.), ἀπαντᾶν (dat.), συναντᾶν (dat.) (Xen., also Ar.), P. περιτυγχάνειν (dat.), Ar. and P. ἐπιτυγχάνειν (dat. or gen.), V. ἀντᾶν (dat.), συναντιάζειν (dat.), ὑπαντιάζειν (dat.), ἀντικυρεῖν (dat.), συνάντεσθαι (dat.); see meet. Encounter (things): P. and V. τυγχάνειν (gen.), ἐντυγχάνειν (dat.), ἐμπίπτειν (εἰς, acc.), περιπίπτειν (dat.), Ar. and V. κυρειν (gen.), V. συγκυρεῖν (dat.), ἀντᾶν (dat.). Experience: P. and V. χρῆσθαι (dat.). Face: P. and V. ὑπέχειν, ὑφίστασθαι; see face. Encounter in battle: P. and V. ἀπαντᾶν (dat.), συμφέρεσθαι (dat.), συμβάλλειν (dat.), ἀντιτάσσεσθαι (dat.), V. συμβάλλειν μάχην (dat.); see also engage. subs. Meeting: V. ἀπάντημα, τό, συνάντησις, ἡ. Coming together: P. and V. ὁμιλία, ἡ, συνουσία, ἡ. Conflict: P. and V. ἀγών, ὁ, μάχη, ἡ, ἅμιλλα, ἡ, V. ἀγωνία, ἡ, ἆθλος, ὁ, πάλαισμα, τό, συμβολή, ἡ, Ar. and P. σύνοδος, ἡ.