Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγών

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀγών Medium diacritics: ἀγών Low diacritics: αγών Capitals: ΑΓΩΝ
Transliteration A: agṓn Transliteration B: agōn Transliteration C: agon Beta Code: a)gw/n

English (LSJ)

[ᾰ], ῶνος, ὁ, Aeol. ἄγωνος, ου, ὁ, Alc.121 (also E.ap.Sch.Il. Oxy.1087.60); Elean dat. pl.

   A ἀγώνοιρ GDI1172.26: (ἄγω):—gathering, assembly, ἵζανεν εὐρὺν ἀ. Il.23.258; λῦτο δ' ἀ. 24.1, cf. Od.8.200; νεῶν ἐν ἀγῶνι Il.15.428, cf. Eust.1335.57: esp. assembly met to see games, freq. in Il.23; Ὑπερβορέων ἀ. Pi P.10.30; κοινοὺς ἀ. θέντες A. Ag.845.    2 place of contest, lists, course, βήτην ἐς μέσσον ἀ. Il.23.685, cf. 531, Od.8.260, Hes.Sc.312, Pi.P.9.114, and esp. Th.5.50: prov., ἔξω ἀγῶνος out of the lists or course, i.e. beside the mark, Pi. P.1.44, Luc.Anach.21: pl., κατ' ἀγῶνας Od.8.259.    II assembly of the Greeks at the national games, ὁ ἐν Ὀλυμπίῃ ἀ. Hdt.6.127; ὁ Ὀλυμπικὸς ἀ. Ar.Pl.583; Ἑλλάδος πρόσχημ' ἀ. S.El.682, cf. 699:— hence, contest for a prize at the games, ἀ. γυμνικός, ἱππικός, μουσικός, Hdt.2.91, Pl.Lg.658a, Ar.Pl.1163, cf. Th.3.104; οἱ τῶν λαμπάδων ἀ. Arist.Ath.57.1; ἀ. τῶν ἀνδρῶν contest in which the chorus was composed of men, opp. to παίδων or ἀγενείων (q.v.), D.21.18, etc.; ἀ. στεφανηφόρος or στεφανίτης contest where the prize is a crown, Hdt.5.102, Arist.Rh.1357a19; ἀ. χάλκεος, where it is a shield of brass, Pi.N.10.22; ἀ. θεματικός IG14.739 (Naples); ἀργυρίτης δωρίτης Plu.2.820d:—hence many phrases, ἀγῶνα καταστῆσαι establish a contest, Isoc.4.1; τιθέναι Hdt.5.8; ποιεῖν Th.3.104; οὐ λόγων τοὺς ἀ. προθήσοντες Id.3.67; προηγόρευέ τε ἀγῶνας καὶ ἆθλα προυτίθει X. Cyr.8.2.26; προκαλούμενος ἑαυτὸν εἰς ἀ. Id.Mem.2.3.17; τοὺς ἀ. νικᾶν ib.3.7.1; ἐν τοῖς ἀγῶσι Isoc.15.301; of contests in general, εἰς ἀ. λόγων ἀφικέσθαι τινί Pl.Prt.335a; πρὸς τίν' ἀγῶνας τιθέμεσθ' ἀρετῆς; E. Ion863 (lyr.); ἀ. σοφίας Ar.Ra.883.    III generally, struggle, πολλοὺς ἀ. ἐξιών, of Hercules, S.Tr.159; ξιφηφόρος ἀ. A.Ch.584; εἰς ἀ. τῷδε συμπεσὼν μάχης S.Tr.20, etc; ὁ Φίλιππος, πρὸς ὀν ἦν ἡμῖν ὁ ἀ. D.18.67; ποιέειν ἢ παθεῖν πρόκειται ἀ. Hdt.7.11; ἀληθείην ἀσκέειν ἀ. μέγιστος ib.209: pl., πραγμάτων ἀγῶνας κεκτημένων Epicur.Sent.21; ἄπορος ἀ. Lys.7.2; ὅπλων ἔκειτ' ἀ. πέρι S.Aj.936; and without περί, τῶν Ἀχιλλείων ὅπλων ἀ. ib.1240; ψυχῆς ἀ. τὸν προκείμενον πέρι struggle for life and death, E.Or.847, cf. Ph.1330; πολλοὺς ἀ. δραμέονται περὶ σφέων αὐτῶν Hdt.8.102; λόγων γὰρ οὐ . . ἁγών, ἀλλὰ σῆς ψυχῆς πέρι S.El.1492, cf.infr.5.    2 battle, action, Th.2.89, etc.    3 action at law, trial, Antipho 6.21, etc., cf. A.Eu.677, 744; εἰς ἀγῶνα καθιστάναι ἀνθρώπους Pl.Ap.24c, R.494e; περὶ τῆς ψυχῆς εἰς ἀγῶνα καταστῆσαί τινα X.Lac.8.4.    4 speech delivered in court or before an assembly or ruler, πρεσβευτικοὶ ἀ. Plb.9.32.4; τοὺς ἐπιφανεστάτους εἰρηκότος ἀ. τούς τε δικανικοὺς καὶ τοὺς δημηγορικούς D.H.Amm.1.3, cf.OGI567 (Attalia, ii A.D.); ἀ. ἐσχηματισμένοι D.H. Rh.8.1, al.    b Rhet., main argument of a speech (opp.προοίμιον, ἐπίλογος), in pl., Syr.in Hermog.2.111, 170R., cf. Proll. Hermog.ap. Rh.4.12 W.    5 metaph., οὐ λόγων ἔθ' ἁγών now is not the time for words, E.Ph.588; οὐχ ἕδρας ἀ. 'tis no time for sitting still, Id.Or. 1291; ἀ. πρόφασιν οὐ δέχεται the crisis admits no dallying, Ar.Fr. 331, cf. Pl.Cra.421d, Lg.751d; μέγας ὁ ἀ. . . τὸ χρηστὸν ἢ κακὸν γενέσθαι the issue is great... Id.R.608b, cf. E.Med.235; οὐ περί τινος ὁ ἀ. the question is not about... Th.3.44.    6 mental struggle, anxiety, Th.7.71, Plb.4.56.4, Ep.Col.2.1: in pl., τρόμοι καὶ ἀ. Plu. Sol.7.    b of speakers, vehemence, power, Longin.15.1, cf. 26.3.    IV personified, Ἀγών, divinity of the contest, Paus.5.26.3.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγών: [ᾱ], κατὰ κρᾶσιν ἐκ τοῦ ὁ ἀγών.

French (Bailly abrégé)

ῶνος (ὁ) :
I. assemblée, réunion : ἀγὼν θεῖος IL assemblée des dieux, càd l’endroit où sont rassemblées les statues des dieux (sel. d’autres, l’emplacement où le peuple se rassemble pour prier devant le temple) ; emplacement pour une réunion : ἀγὼν θεῖος, IL le lieu de l’Olympe où s’assemblaient les dieux ; ἀγὼν νεῶν IL l’endroit où la flotte est mouillée;
II. assemblée pour des jeux publics, d’où
1 emplacement pour ces jeux, arène : καλὸν δ’ εὔρισαν ἀγῶνα OD ils disposèrent une vaste et belle arène;
2 jeux, concours, lutte, épreuve : ἀγῶνα τιθέναι HDT instituer des jeux publics ; ἀγὼν ἱππικός HDT jeux équestres (course de chars, course en selle) ; γυμνικός PLAT jeux gymniques (lutte, combat du ceste, course à pied, etc.) ; ἀγὼν μουσικός THC concours de musique, de poésie ; ἀγῶνες στεφανηφόροι HDT ou στεφανῖται ARSTT concours où l’on décerne des couronnes ; p. ext.ἀγών, pièce de théâtre;
3 but proposé aux concurrents : ἔξω τοῦ ἀγῶνος frapper hors du but, càd s’écarter du sujet;
III. p. ext. lutte :
1 combat, bataille;
2 procès;
3 lutte en gén.
4 objet d’une lutte, question, intérêt en jeu;
5 danger, péril : πολλοὺς ἀγῶνας δραμέονται HDT ils courront beaucoup de dangers;
6 moment critique : ποιέειν ἢ παθέειν πρόκειται ἀγών HDT agir ou souffrir (l’agrandissement de la Grèce), voilà de quoi il s’agit;
7 crainte, anxiété.
Étymologie: ἄγω.

English (Autenrieth)

(ἄγω): (1) assembly, esp. to witness games, ἵζανεν (Ἀχιλλεύς), Il. 23.258, λῦτο, Il. 24.1, then contest, games, Od. 8.259.—(2) assemblage or place of assemblage, of the ships, νεῶν ἐν ἀγῶνι (the Greek camp), Il. 16.500 ; θεῖος, ‘of the gods,’ Il. 18.376, but Il. 7.298 of the ‘temple-hall,’ containing the statues of the gods.—(3) place or scene of combat, arena, including the space occupied by the spectators, Il. 23.531.

English (Slater)

ᾰγών (ἀγών, -ῶνος, -ῶνι, -ῶνα; -ῶνες, -ώνων, -ῶνας.)
   a meeting place, gathering ναυσὶ δ' οὔτε πεζὸς ἰών κεν εὕροις ἐς Ὑπερβορέων ἀγῶνα θαυμαστὰν ὁδόν (τὸ ἀθρόισμα. Σ.) (P. 10.30) ἀγῶνα Λοξίᾳ καταβάντεὐρὺν ἐν θεῶν ξενίᾳ (Pae. 6.60)
   b athletic contest, games μηδ' Ὀλυμπίας ἀγῶνα φέρτερον αὐδάσομεν (O. 1.7) τοῖς γὰρ ἐπέτραπεν Οὔλυμπόνδ' ἰὼν θαητὸν ἀγῶνα νέμειν (O. 3.36) Ἑρμᾶν ὃς ἀγῶνας ἔχει μοῖράν τ' ἀέθλων (O. 6.79) ἀγῶνές τ' ἔννομοι Βοιωτίων (O. 7.84) φυλλοφόρων ἀπ' ἀγώνων (O. 8.76) οἶον δ' ἐν Μαραθῶνι συλαθεὶς ἀγενείων μένεν ἀγῶνα πρεσβυτέρων ἀμφ ἀργυρίδεσσιν contest against his elders. (O. 9.90) ἀγῶνα δ' ἐξαίρετον ἀεῖσαι θέμιτες ὦρσαν Διός the Olympiad. (O. 10.24) Ἥρας τ' ἀγῶν ἐπιχώριον νίκαις τρισσαῖς, ὦ Ἀριστόμενες, δάμασσας ἔργῳ (ὡς καὶ ἐν Αἰγίνᾳ Ἡραιῶν ἀγομένων κατὰ μίμησιν τοῦ ἐν Ἄργει ἀγῶνος. ἄποικοι γὰρ Ἀργείων. Δίδυμος δὲ φησὶ τὰ Ἑκατόμβαια αὐτὸν νῦν λέγειν ἐπιχώριον ἀγῶνα Αἰγινητῶν διὰ τὴν συγγένειαν. Σ.) (P. 8.79) ἔθηκε καὶ βαθυλείμων ὑπὸ Κίρρας πετρᾶν ἀγὼν κρατησίποδα Φρικίαν (coni. Hartung: βαθυλείμωνα ἀγὼν ὑπὸ Κίρρας πέτραν codd.) (P. 10.16) ἑπταπύλοισι Θήβαις χάριν ἀγῶνί τε Κίρρας (P. 11.12) Ὀλυμπίᾳ τ' ἀγώνων πολυφάτων ἔσχον θοὰν ἀκτῖνα σὺν ἵπποις (P. 11.47) ὠνύμασεν κεφαλᾶν πολλᾶν νόμον, εὐκλεᾶ λαοσόων μνστῆρ' ἀγώνων (P. 12.24) ὅδ' ἀνὴρ καταβολὰν ἱερῶν ἀγώνων νικαφορίαις δέδεκται πρῶτον (N. 2.4) ὀκτὼ στεφάνοις ἔμιχθεν ἤδη, ἑπτὰ δ' ἐν Νεμέᾳ, τὰ δ οἴκοι μάσσον ἀριθμοῦ, Διὸς ἀγῶνι (i. e. in the Nemean festival. ἀγῶνι with τὰ οἴκοι. Σ.) (N. 2.24) Ζεῦ, τεὸν γὰρ αἶμα, σέο δ' ἀγών (τοῦ Νεμεαίου ἀγῶνος ἔφοροςΖεύς. Σ.) (N. 3.65) Κλεωναίου τ' ἀπ ἀγῶνος ὅρμον στεφάνων πέμψαντα (λέγει δὲ τοῦ Νεμεακοῦ, Κλεωναῖοι γὰρ αὐτὸν διέθηκαν. Σ.) (N. 4.17) Ὀρσοτριαίνα ἐν ἀγῶνι βαρυκτύπου i. e. at Isthmian games. (N. 4.87) πέμπτον ἐπὶ εἴκοσι τοῦτο γαρύων εὖχος ἀγώνων ἄπο, τοὺς ἐνέποισιν ἱερούς (N. 6.59) ἀγών τοι χάλκεος δᾶμον ὀτρύνει ποτὶ βουθυσίαν Ἥρας ἀέθλων τε κρίσιν i. e. the Hekatombaia at Argos in honour of Hera, where the prize was a bronze shield. (N. 10.22) ἀγώνων μοῖραν Ἑρμᾷ καὶ σὺν Ἡρακλεῖ διέποντι θάλειαν (sc. Διόσκουροι.) (N. 10.52) ἔν τ' ἀέθλοισι θίγον πλείστων ἀγώνων (i. e. individual contests.) (I. 1.18) ἐπεί νιν Ἀλκαθόου τ' ἀγὼν σὺν τύχᾳ ἐν Ἐπιδαύρῳ τε νεότας δέκετο πρίν the Alkathoia at Megara (I. 8.67) τιθεμένων ἀγώνων πρόφασις ἀρετὰν ἐς αἰπὺν ἔβαλε σκότον fr. 228. οὐκ ἄναλκις ὡς τόσον ἀγῶνα δῦναι (“potius ad (O. 1.81) referendum”, Snell) ?fr. 342.
   c place of contest ἔλπομαι μὴ χαλκοπάρᾳον ἄκονθ' ὡσείτ ἀγῶνος βαλεῖν ἔξω (P. 1.44) ἔστασεν γὰρ ἅπαντα χορὸν ἐν τέρμασιν αὐτίκ' ἀγῶνος (P. 9.114)

English (Abbott-Smith)

ἀγών, -ῶνος, ὁ (< ἄγω), [in LXX: Is 7:13 (לאה), Es 4:17, Wi 4:2 10:12, II Mac 6, IV Mac 5 * ;]
1.a gathering, esp. for games.
2.a place of assembly.
3.a contest, struggle, trial; metaph. (MM, VGT, s.v.),
(a)of the Christian life as a contest and struggle: Phl 1:30, I Th 2:2, I Ti 6:12, II Ti 4:7 He 12:1;
(b)solicitude, anxiety: Col 2:1. †

English (Strong)

from ἄγω; properly, a place of assembly (as if led), i.e. (by implication) a contest (held there); figuratively, an effort or anxiety: conflict, contention, fight, race.

English (Thayer)

ἀγῶνος, ὁ (ἄγω);
1. a place of assembly (Homer, Iliad 7,298; 18,376); specifically, the place in which the Greeks assembled to celebrate solemn games (as the Pythian, the Olympian); hence,
2. a contest, of athletes, runners, charioteers. In a figurative sense,
a. in the phrase (used by the Greeks, see τρέχω, b.) τρέχειν τόν ἀγῶνα, intense solicitude, anxiety: περί τίνος, Euripides, Ph. 1350; Polybius 4,56, 4). On the ethical use of figures borrowed from the Greek Games cf. Grimm on iii. 733bf; BB. DD. under the word <TOPIC:Games>).

Greek Monotonic

ἀγών: [ᾰ], -ῶνος, ὁ (ἄγομαι),
I. 1. αριθμός συγκεντρωμένων ανθρώπων, συνάθροιση, συνέλευση, όπως το ἀγορά· ἵζανεν εὐρὺν ἀγῶνα, λῦτο δ' ἀγών, ἐν ἀγῶνι νεῶν, σε Όμηρ.· ειδικότερα, συνάθροιση για παρακολούθηση αθλημάτων ή αγώνων, στον ίδ. κ.λπ.
2. τόπος όπου διεξάγεται αγώνας, παλαίστρα, κονίστρα, στίβος, στον ίδ. κ.λπ.· βήτηνἐς μέσον ἀγῶνα, σε Ομήρ. Ιλ.
II. 1. συνάθροιση των Ελλήνων στους μεγάλους τους εθνικούς αγώνες· ὁ ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγών, σε Ηρόδ.· ὁ Ὀλυμπικὸς ἀγών, σε Αριστοφ.
2. άμιλλα για έπαθλο - βραβείο σε αγώνες· ἀγὼν ἱππικός, γυμνικός, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἀγὼν τῶν ἀνδρῶν, αγώνας στον οποίο ο χορός αποτελούνταν από άνδρες, αντίθ. προς τὸν ἀγῶνα τῶν παίδων, σε Δημ. κ.λπ.· απ' όπου· ἀγῶνα ἄγειν, καθιστάναι, τιθέναι, προστιθέναι, ποιεῖν, τελώ, διεξάγω ή προτείνω έναν αγώνα· ἀγῶνα ή ἐν ἀγῶνι νικᾶν, είμαι νικητής σ' έναν αγώνα.
III. 1. γενικά, κάθε είδος αγώνα, σε πόλεμο, δίκη ή κίνδυνο, δυσκολία· πολλοὺς ἀγῶνας ἐξιών, λέγεται για τον Ηρακλή, σε Σοφ.· ἀγὼν προκέεται, με απαρ., είναι δύσκολο ή επικίνδυνο να κάνει κάποιος κάτι, σε Ηρόδ.· επίσης, ἀγὼν περὶ τῆς ψυχῆς, περὶ μεγίστων, αγώνας, προσπάθεια ζωής και θανάτου, αγώνας για τα ύψιστα συμφέροντα κάποιου, σε Ευρ.
2. μάχη, ενέργεια στη μάχη, σε Θουκ.
3. αγώνας σε δικαστήριο, δίκη, σε Πλάτ. κ.λπ.
4. μεταφ., οὐ λόγων ἔθ' ἁγών, τώρα δεν είναι πλέον καιρός για λόγια κ.λπ., σε Ευρ.· οὐχ ἕδρας ἀγών, δεν είναι καιρός να κάθεται κάποιος ακίνητος, αδρανής, σε ησυχία, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγών: ῶνος ὁ
1) собрание: θεῖος ἀ. Hom. собрание богов (ср. 2);
2) место сбора: θεῖος ἀ. Hom. храм (ср. 1); νεῶν ἐν ἀγῶνι Hom. в месте стоянки флота;
3) собрание зрителей (на общественных состязаниях): λῦτο ἀ. Hom. собрание окончилось;
4) место для общественных состязаний, арена, стадион: καλὸν εὔρυναν ἀγῶνα Hom. они устроили прекрасную и широкую арену; ἐν τῷ ἀγῶνι Thuc. на стадионе;
5) публичное состязание, общественные игры (ὁ ἐν Ὀλυμπίῃ ἀ. Her., Ὀλυμπίας ἀ. Pind. и ὁ Ὀλυμπικὸς ἀ. Arph.; ἀ. λόγων Plat.): ἱππικοὶ καὶ γυμνικοὶ καὶ χορηγικοὶ ἀγῶνες Xen. конные, гимнастические и хорегические состязания; ἀ. στεφανηφόρος Her. и στεφανίτης Arst. состязание, победитель которого награждался венком; ἀ. μονομάχων Plut. единоборство;
6) борьба, бой, сражение (τινος Soph. и περί τινος Soph., Eur.; στρατιωτικοὶ ἀγῶνες Plut.); τὸν ἀγῶνα ἐν τῷκόλπῳ ποιεῖσθαι Thuc. завязать сражение в заливе;
7) борьба мнений, спор: προκέεται ἀ. Her. предстоит (решить) вопрос; κἀν τῷδ᾽ ἀ. μέγιστος Eur. в этом весь вопрос; οὐ περὶ τῆς ἀδικίας ἡμῖν ὁ ἀ. Thuc. не об обиде идет у нас спор; ἔξω τοῦ ἀγῶνος Pind., Luc. вне спора (темы);
8) критический момент, опасность: ού λόγων ἐθ᾽ ἁγών (in crasi = ὁ ἀ.) Eur. не время говорить; ἀ. πρόφασιν οὐ δέχεται Arph. теперь не до уверток;
9) судебный процесс, тяжба (ἀ. ἄπορος Lys.): εἰς ἀγῶνα καθιστάναι τινά Plat. привлекать кого-л. к судебной ответственности;
10) усилие, старание: ἐμοὶ τὴν ἀληθηΐην ἀσκέειν ἀ. μέγιστός ἐστι Her. моя величайшая забота - быть правдивым.

Middle Liddell

[ἄγομαι]
I. a number of people brought together, a gathering, assembly, like ἀγορά, ἵζανεν εὐρὺν ἀγῶνα, λῦτο δ' ἀγών, ἐν ἀγῶνι νεῶν Hom.: esp. an assembly met to see games, Hom., etc.
2. a place of contest, the arena, Hom., etc.; βήτην ἐς μέσσον ἀγῶνα Il.
II. an assembly of the Greeks at their great national games, ὁ ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγών Hdt.; ὁ Ὀλυμπικὸς ἀγών Ar.
2. the contest for a prize at the games, ἀγὼν ἱππικός, γυμνικός Hdt., etc.; ἀγὼν τῶν ἀνδρῶν, in which the chorus was composed of men, opp. to τῶν παίδων, Dem., etc.:— hence, ἀγῶνα ἄγειν, καθιστάναι, τιθέναι, προτιθέναι, ποιεῖν, to hold or propose a contest; ἀγῶν or ἐν ἀγῶνι νικᾶν, to win one or at one.
III. generally, any struggle, trial, or danger, πολλοὺς ἀγῶνας ἐξιών, of Hercules, Soph.; ἀγὼν προκέαται, c. inf., it is hard or dangerous to do a thing, Hdt.:— also, ἀγὼν περὶ τῆς ψυχῆς, περὶ μεγίστων a struggle for life and death, for one's highest interests, Eur.
2. a battle, action, Thuc.
3. an action at law, trial, Plat., etc.
4. metaph., οὐ λόγων ἔθ' ἁγών now is not the time for speaking, etc., Eur.; οὐχ ἕδρας ἀγ. 'tis no time for sitting still, Eur.

Chinese

原文音譯:¢gèn 阿工
詞類次數:名詞(6)
原文字根:競爭 相當於: (לָאָה‎)
字義溯源:聚集,競賽,賽程,爭鬥,爭戰,焦慮,渴望,盡心竭力,仗,打仗;源自(ἄγω)*=帶領)。這字常在希臘競技場上使用。新約對信徒也滿了這方面的勸勉,保羅乃是在大爭戰中把福音傳出去( 帖前2:2),他臨去前說,那美好的仗已經打過了( 提後4:8),也勸提摩太要為真道打美好的仗( 提前6:12)
出現次數:總共(6);腓(1);西(1);帖前(1);提前(1);提後(1);來(1)
譯字彙編
1) 仗(2) 提前6:12; 提後4:7;
2) 爭戰(2) 腓1:30; 帖前2:2;
3) 賽程(1) 來12:1;
4) 盡心竭力(1) 西2:1