ευπραγώ

From LSJ

ἑτέρως ἠδύνατο βέλτιον ἢ ὡς νῦν ἔχει κατεσκευάσθαι → otherwise they could have been constructed better than they are now (Galen, On the use of parts of the body 4.143.1 Kühn)

Source

Greek Monolingual

(ΑΜ εὐπραγῶ, -έω) ευπραγής ευημερώ, καλοπερνώ, έχω οικονομική άνεση
αρχ.
1. έχω αφθονία, έχω άφθονα αγαθά («εὐπραγούσης τῆς ἀγορᾱς», Πολυδ.)
2. πράττω το ορθό, ενεργώ σωστά.