καγχαλάω: Difference between revisions

From LSJ

καὶ οὐκ ἔστιν πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον → and there's nothing new under the sun (Eccl. 1:9 LXX)

Source
(Autenrieth)
(5)
Line 21: Line 21:
{{Autenrieth
{{Autenrieth
|auten=3 pl. καγχαλόωσι, [[part]]. καγχαλόων: [[laugh]] [[aloud]] or exultingly.
|auten=3 pl. καγχαλόωσι, [[part]]. καγχαλόων: [[laugh]] [[aloud]] or exultingly.
}}
{{lsm
|lsmtext='''καγχᾰλάω:''' [[γελώ]] [[δυνατά]], ηχηρά, μεγαλόφωνα, Λατ. cachinnari, σε Επικ. τύπους, γʹ πληθ. <i>καγχαλόωσι</i>, σε Ομήρ. Ιλ.· μτχ. <i>καγχαλόων</i>, <i>-όωσα</i>, σε Όμηρ. (όπως το [[καγχάζω]], ηχομιμ. [[λέξη]]).
}}
}}

Revision as of 23:36, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καγχᾰλάω Medium diacritics: καγχαλάω Low diacritics: καγχαλάω Capitals: ΚΑΓΧΑΛΑΩ
Transliteration A: kanchaláō Transliteration B: kanchalaō Transliteration C: kagchalao Beta Code: kagxala/w

English (LSJ)

   A rejoice, exult, καγχαλόωσι . . Ἀχαιοί, κτλ. rejoice because a Trojan champion has been chosen for his looks, Il.3.43; καγχαλόων 6.514, 10.565; καγχαλόωσα Od.23.1,59; καγχαλάασκε A.R.4.996; ἐπακτὴρ καγχαλῶν ἀγρεύματι Lyc.109; καγχαλάασκον ἐτώσια μητιόωντι Q.S.8.12; ἐνὶ φρεσὶ -όωντες κρύβδ' Ἥρης Id.3.136, cf. 200, al., Opp.C.4.377, H.5.234; of hounds, deer, Id.C.1.523, 2.237; of pards, οἴνῳ μέγα -όωσι ib.3.80; of a polypus, Id.H.4.281.

German (Pape)

[Seite 1278] laut lachen u. jubeln; καγχαλόωσι Il. 3, 43; καγχαλόων 6, 514. 10, 565; καγχαλόωσα Od. 23, 1. 59; sonst nur in VLL. Vgl. das vorige Wort.

Greek (Liddell-Scott)

καγχᾰλάω: (παρ’ Ὁμ. καγχαλόω), γελῶ ἠχηρῶς, καγχάζω, Λατ. cachinnari, καγχαλόωσι, καγχάζουσι χλευαστικῶς, Ἰλ. Γ. 43· καγχαλόων, χαίρων, ἀγαλλόμενος, Ζ. 514, Κ. 565· κεγχαλόωσα Ὀδ. Ψ. 1, 59· καγχαλάασκε Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 996· - πρβλ. καχάζω.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
c. καγχάζω.

English (Autenrieth)

3 pl. καγχαλόωσι, part. καγχαλόων: laugh aloud or exultingly.

Greek Monotonic

καγχᾰλάω: γελώ δυνατά, ηχηρά, μεγαλόφωνα, Λατ. cachinnari, σε Επικ. τύπους, γʹ πληθ. καγχαλόωσι, σε Ομήρ. Ιλ.· μτχ. καγχαλόων, -όωσα, σε Όμηρ. (όπως το καγχάζω, ηχομιμ. λέξη).