μακροκέφαλος: Difference between revisions

From LSJ

λύπης ἰατρός ἐστιν ἀνθρώποις λόγος → for men reason cures grief, for men reason is a healer of grief, a physician for grief is to people a word, pain's healer is a word to man, logos is a healer of man's anguish, talking through one's grief is therapeutic

Source
(23)
(5)
Line 18: Line 18:
{{grml
{{grml
|mltxt=-η, -ο (Α [[μακροκέφαλος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>ιατρ.</b> αυτός που εμφανίζει [[μακροκεφαλία]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> αυτός που έχει μακρύ [[κεφάλι]]<br /><b>2.</b> (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) <i>οἱ Μακροκέφαλοι</i><br />σκυθικό [[φύλο]] που κατοικούσε δυτικά της Κολχίδας και είχε το [[έθιμο]] να περισφίγγει πλαγίως με επίδεσμο το [[κρανίο]] τών νεογεννήτων.
|mltxt=-η, -ο (Α [[μακροκέφαλος]], -ον)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>ιατρ.</b> αυτός που εμφανίζει [[μακροκεφαλία]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> αυτός που έχει μακρύ [[κεφάλι]]<br /><b>2.</b> (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) <i>οἱ Μακροκέφαλοι</i><br />σκυθικό [[φύλο]] που κατοικούσε δυτικά της Κολχίδας και είχε το [[έθιμο]] να περισφίγγει πλαγίως με επίδεσμο το [[κρανίο]] τών νεογεννήτων.
}}
{{lsm
|lsmtext='''μακροκέφᾰλος:''' -ον ([[κεφαλή]]), αυτός που έχει μακρό [[κεφάλι]], λέγεται για τους Σκύθιες, σε Στράβ.
}}
}}

Revision as of 00:12, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μακροκέφᾰλος Medium diacritics: μακροκέφαλος Low diacritics: μακροκέφαλος Capitals: ΜΑΚΡΟΚΕΦΑΛΟΣ
Transliteration A: makroképhalos Transliteration B: makrokephalos Transliteration C: makrokefalos Beta Code: makroke/falos

English (LSJ)

ον,

   A long-headed, Hp. Epid.2.1.8; of a Scythian tribe, Hes.Fr.62, Hp.Aër.14: Sup., Str.11.11.8.

Greek (Liddell-Scott)

μακροκέφᾰλος: -ον, ὁ ἔχων μακρὰν κεφαλήν, ἐπὶ τῶν Σκυθῶν, Ἱππ. π. Ἀέρ. 289, Στράβ. 520.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
à longue tête.
Étymologie: μακρός, κεφαλή.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α μακροκέφαλος, -ον)
νεοελλ.
ιατρ. αυτός που εμφανίζει μακροκεφαλία
αρχ.
1. αυτός που έχει μακρύ κεφάλι
2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) οἱ Μακροκέφαλοι
σκυθικό φύλο που κατοικούσε δυτικά της Κολχίδας και είχε το έθιμο να περισφίγγει πλαγίως με επίδεσμο το κρανίο τών νεογεννήτων.

Greek Monotonic

μακροκέφᾰλος: -ον (κεφαλή), αυτός που έχει μακρό κεφάλι, λέγεται για τους Σκύθιες, σε Στράβ.