κίδαρις: Difference between revisions

From LSJ

Τοὺς τῆς φύσεως οὐκ ἔστι λανθάνειν (μανθάνειν) νόμους → Legibus naturae non potest evadier → Naturgesetze keiner insgeheim verletzt

Menander, Monostichoi, 492
(3)
(nl)
Line 21: Line 21:
{{elru
{{elru
|elrutext='''κίδαρις:''' εως ἡ v. l. Plut. = [[κίταρις]].
|elrutext='''κίδαρις:''' εως ἡ v. l. Plut. = [[κίταρις]].
}}
{{elnl
|elnltext=κίδαρις -εως, ἡ, zie κίταρις.
}}
}}

Revision as of 07:08, 1 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κίδᾰρις Medium diacritics: κίδαρις Low diacritics: κίδαρις Capitals: ΚΙΔΑΡΙΣ
Transliteration A: kídaris Transliteration B: kidaris Transliteration C: kidaris Beta Code: ki/daris

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A Persian head-dress, prob. = τιάρα, κυρβασία, Ph.2.152, 155, Poll.7.58, etc.:—also κίταρις in Ctes.Fr.29.47, Plu.Art.28, Pomp.42, etc.; Cypr. κίτταρις Hsch.    2 turban of Jewish high priest, LXX Ex.28.4,al.    II an Arcadian dance, Ath.14.631d.

German (Pape)

[Seite 1437] εως, ἡ (Fremdwort), eine Art von persischem Turban, wie ihn bes. die Könige trugen, aufgerichtet u. oben spitz zulaufend, VLL.; auch κίταρις geschrieben, Plut. Pomp. 42 Artax. 28; Ctes. pers. 47 u. Sp. – Nach Ath. XIV, 631 d ein Tanz bei den Arkadern.

Greek (Liddell-Scott)

κίδᾰρις: -εως, ἡ, Περσικὸν τῆς κεφαλῆς κάλυμμα, πιθανῶς τὸ αὐτὸ τῇ βασιλικῇ τιάρᾳ ἢ κυρβασίᾳ, Φίλων 2. 152, 155, Πολυδ. Ζ΄, 58, κτλ.· ― τύπος τις κίταρις ἀπαντᾷ παρὰ Κτησ. Περσ. 47, Πλουτ. Ἀρτοξ. 28, Πομπ. 42, Ἡσύχ. κλ. ΙΙ. εἶδος Ἀρκαδικοῦ χοροῦ, Ἀθήν. 631D.

Greek Monolingual

(I)
ἡ (ΑΜ κίδαρις, -άρεως, Α και κίταρις και κυπρ. τ. κίτταρις)
νεοελλ.
κάλυμμα της κεφαλής τών γυναικών, μαντίλι, μπόλια, διάδημα («είχεν απορρίψει από της κεφαλής την κίδαριν και εφάνησαν οι βόστρυχοι της κόμης της», Α. Παπαδ.)
μσν.-αρχ.
1. κάλυμμα της κεφαλής τών Περσών βασιλέων, τιάρα, σαρίκι («κιδάρει γὰρ οἱ τῶν ἑῴων βασιλεῑς ἀντὶ διαδήματος εἰώθασι χρῆσθαι», Φίλ.)
2. κάλυμμα της κεφαλής τών Εβραίων ιεραρχών («χιτώνα κοσσυμβωτὸν καὶ κίδαριν καὶ ζώνην», ΠΔ)
αρχ.
είδος αρκαδικού χορού («ἡ παρά Ἀρκάσι κίδαρις παρά Σικυωνίοις τε ὁ ἀλητήρ», Αθήν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. ανατολικής ή σημιτικής προελεύσεως].———————— (II)
ο
ζωολ. γένος εχινοδέρμων της οικογένειας cidaridae.

Russian (Dvoretsky)

κίδαρις: εως ἡ v. l. Plut. = κίταρις.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κίδαρις -εως, ἡ, zie κίταρις.