Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάδημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: διάδημα Medium diacritics: διάδημα Low diacritics: διάδημα Capitals: ΔΙΑΔΗΜΑ
Transliteration A: diádēma Transliteration B: diadēma Transliteration C: diadima Beta Code: dia/dhma

English (LSJ)

ατος, τό, (διαδέω)

   A band or fillet: esp. band round the τιάρα worn by the Persian king, X.Cyr.8.3.13, Plu.2.488d; by Alexander, Arr.An.7.22.2; by his successors, OGI248.17(Pergam., Antiochus IV), Hdn.1.3.3; by kings generally, Plu.2.753d, D.S.20.54; δ. τῆς Ἀσίας LXX 1 Ma.13.32.    II Ὀσίριδος δ., = ἅλιμος, Ps.Dsc.1.91.

Greek (Liddell-Scott)

διάδημα: τό, (διαδέω) ταινία· ἰδίως ἡ περὶ τὴν τιάραν τοῦ τῶν Περσῶν βασιλέως, Ξεν. Κύρ. 8. 3, 13, Πλούτ. 2. 488D· παρέλαβε δὲ αὐτὴν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, Ἀρρ. Ἀν. 7. 22 καὶ ἔφερον οἱ Μακεδόνες βασιλεῖς, Ἡρῳδιαν. 1. 3, 7 καὶ ἀκολούθως οἱ βασιλεῖς ἐν γένει, Πλούτ. 2. 753D, πρβλ. Διόδ. 20. 54· τὸ χρῶμα αὐτῆς ἦτο κυανοῦν μετὰ λευκῶν στιγμάτων, caerulea fascia albo distincta, K. Curt. 3. 3, 19.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 bandeau qui entourait la tiare des rois de Perse;
2 diadème, couronne royale.
Étymologie: διαδέω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I 1diadema símbolo del poder real, banda que rodea la tiara (Κῦρος) εἶχε δὲ καὶ δ. περὶ τῇ τιάρᾳ X.Cyr.8.3.13, Ξέρξης ... θεὶς τὸ δ. καὶ καταβαλὼν τὴν τιάραν Plu.2.488d
gener. diadema, corona real (Ἀριστόβουλος) περιτίθεται δ. πρῶτος I.BI 1.70, διαδήματα βασιλείων Plu.2.753d, cf. Statius Silu.2.2.122, Theb.9.55, Luc.Pisc.35, Arr.An.7.22.4, Ath.537f, Attic.2.68, Artem.2.30, διαδήματι τὴν κεφαλὴν διεδέδετο Luc.DMort.25.3, junto c. la καυσία o ‘gorro de fieltro’ macedonio, Arr.An.7.22.2, Hdn.1.3.3, τῷ διαδήματι μετὰ τῆς ἄλλης κατασκευῆς κοσμήσαντες OGI 248.17 (Pérgamo II a.C.), cf. Plu.Dem.18, τὴν εἰκόνα αὐτοῦ ... διαδήματι ἀνέδησαν D.C.44.9.2, cf. 11.2, δεσπότης διαδήματος señor de la diadema trad. de un tít. faraónico, Hermapio 19, cf. 21, aplicado a emperadores PMasp.279.22 (VI d.C.), cf. Hsch., op. στέφανος: (Ἀγαθοκλῆς) δ. μὲν οὐκ ἔκρινεν ἔχειν· ἐφόρει γὰρ ἀεὶ στέφανον D.S.20.54
de un monstruo ἔχων ... ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ... ἑπτὰ διαδήματα Apoc.12.3, 13.1.
2 fig., abstr. poder real, imperio παραδόντος τὸ δ. τῷ (παιδί) ἐκ Βερενίκης D.L.5.78, ἐν τῷ διαδήματι ... δύο καὶ ἥμισυ διανύσαντα ἔτη Philost.HE 7.15
como epít. de Isis δ. τῆς ὅλης οἰκουμένης, Ἶσι μυριώνυμε Vit.Aesop.G 5.
3 lit. crist. diadema, corona fig. de dif. atributos διαδήματα τῶν ... ὑπὸ τοῦ θεοῦ ... ἐκλελεγμένων Polyc.Sm.Ep.1.1, τὸ δ. τῆς δικαιοσύνης Clem.Al.Paed.2.8.74, τὸ δ. τῆς ἀϊδίου βασιλείας dicho de la verdad Hom.Clem.13.20, simbolizando el triunfo de los mártires, Chrys.Res.3.15.
II bot.
1 Ὀσίριδος δ. orzaga, salado, Atriplex halimus L. ἅλιμος· ... οἱ δὲ Ὀσίριδος δ. Ps.Dsc.1.91.
2 Ἀσκληπίου δ. lechetrezna, titímalo, Euphorbia platyphyllus L., Ps.Apul.Herb.109.22.

English (Strong)

from a compound of διά and δέω; a "diadem" (as bound about the head): crown. Compare στέφανος.

English (Thayer)

διαδήματος, τό (διαδέω, to bind round), a diadem, i. e. the blue band marked with white with which Persian kings used to bind on the turban or tiara; the kingly ornament for the head: Xenophon, Cyril 8,3, 13; כֶּתֶר; SYNONYMS: διάδημα στέφανος: στέφανος, like the Latin corona, is a crown in the sense of a chaplet, wreath, or garland — the badge of victory in the games, of civic worth, of military valor, of nuptial joy, of festal gladness ; διάδημα is a crown as the badge of royalty, βασιλείας γνώρισμα (Lucian, Pisc. 35). Cf. Trench, § xxiii.; Lightfoot on Dict. of Christ. Antiq. under the word Coronation, p. 464 f; B. D. American edition under the word Smith's Bible Dictionary, Diadem; but cf. στέφανος, a.]

Greek Monolingual

και διάδεμα, το (AM διάδημα) διαδέω
1. ταινία με την οποία προσδένονται τα μαλλιά γύρω από την κεφαλή άνδρα ή γυναίκας
2. στέμμα ή άλλης φύσεως κόσμημα της κεφαλής που φέρεται από βασίλισσα ή αριστοκράτισσα
3. πολύτιμο κάλυμμα της κεφαλής που φέρεται από βασιλείς, ηγεμόνες, πάπες, ως έμβλημα εξουσίας (αλλιώς στέμμα, κορόνα, κάρα)
4. αρχιτ. περίζωμα θόλου ή αψίδας
5. η βασιλική εξουσία
αρχ.
μτφ. διάσημον, σύμβολο υπέροχης πράξης.

Greek Monotonic

διάδημα: -ατος, τό (διαδέω), στεφάνι, ταινία ή κορδέλα, ιδίως τιάρα, κορόνα, στέμμα του βασιλιά των Περσών, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

διάδημα: ατος τό головная повязка, диадема (преимущ. у персидских, позднее тж. у македонских и других царей) Xen., Plut., Diod.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διάδημα -ατος, τό [διαδέω] diadeem.

Middle Liddell

διάδημα, ατος, τό, διαδέω
a band or fillet: esp. the band round the τιάρα of the Persian king, Xen.

Chinese

原文音譯:di£dhma 笛阿-得馬
詞類次數:名詞(3)
原文字根:藉著-捆綁(果效) 相當於: (כֶּתֶר‎) (עֲטָרָה‎)
字義溯源:冠冕,王冠;由(διά)*=通過)與(δέω)*=捆綁)組成。
同義字:1) (διάδημα)冠冕 2) (στέμμα)花圈 3) (στέφανοσ2)花冠
出現次數:總共(3);啓(3)
譯字彙編
1) 冠冕(3) 啓12:3; 啓13:1; 啓19:12