Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτόκλητος: Difference between revisions

From LSJ
Pindar, Pythian, 3.61f.
(1b)
(1a)
Line 27: Line 27:
{{elru
{{elru
|elrutext='''αὐτόκλητος:''' самозванный, т. е. незваный, непрошенный Aesch., Soph., Plat., Plut.
|elrutext='''αὐτόκλητος:''' самозванный, т. е. незваный, непрошенный Aesch., Soph., Plat., Plut.
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=<br />[[self]]-called, i. e. uncalled, [[unbidden]], Aesch., Soph.
}}
}}

Revision as of 20:10, 9 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτόκλητος Medium diacritics: αὐτόκλητος Low diacritics: αυτόκλητος Capitals: ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΣ
Transliteration A: autóklētos Transliteration B: autoklētos Transliteration C: aftoklitos Beta Code: au)to/klhtos

English (LSJ)

ον,

   A self-called, i.e. uncalled, unbidden, A.Eu.170 (lyr.), S.Tr.392, Pl. Ep.331b; συμβουλεῦσαι αὐ. Phld.Ir.p.46 W.; αὐ. ἐπίκουροι natural allies (of parents and children), Hierocl.p.57 A.; δῆμος εἰς τοὺς πολέμους αὐ. Him.Ecl.5.14; personally invited, Plu.2.707f.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτόκλητος: -ον, ὁ ὑφ’ ἑαυτοῦ κλειθείς, ὅ ἐ. ἄκλητος, ἀπρόσκλητος, Αἰσχύλ. Εὐμ. 170, Σοφ. Τρ. 392, αὐτόκλητος ἐπὶ τὸν τοιοῦτον οὐκ ἔρχομαι ξυμβουλεύσων Πλάτ. Ἐπιστ. 331Β. ‒ Ἐπίρρ. -τως Κύριλλ. Ἀλ. εἰς Μιχαίαν σ. 418.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui s’invite soi-même, qui vient sans être convié.
Étymologie: αὐτός, καλέω.

Spanish (DGE)

-ον
1 que se invita a sí mismo, intruso μάντις A.Eu.170, αὐ. ἐπὶ δεῖνον ἐλθεῖν Plu.2.709f.
2 que acude por propia iniciativa o voluntad ὅδ' ἁνὴρ ... αὐτόκλητος ἐκ δόμων πορεύεται S.Tr.392, αὐ. ἐπὶ τὸν τοιοῦτον οὐκ ἔρχομαι Pl.Ep.331b, συμβουλεῦσαι ... αὐ. Phld.Ir.20.38, δῆμος εἰς τοὺς πολέμους αὐ. Him.5.14, οὐ γὰρ αὐ. προσέδραμε τῇ μαρτυρίᾳ Ammon.Io.174, cf. Gr.Naz.Ep.221, Hierocl.57
de Medea αὐ. κεραΐς Lyc.1317.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτόκλητος, -ον) καλώ
αυτός που καλείται από τον εαυτό του, απρόσκλητος, ακάλεστος
νεοελλ.
1. εκείνος που προσέρχεται στις τάξεις του κλήρου όχι επειδή τον κάλεσε ο Θεός (θεόκλητος) αλλά για προσωπικά οφέλη
2. «αυτόκλητος μάρτυρας» ή «... συνήγορος» κ.λπ.
εκείνος που επεμβαίνει σε ξένες υποθέσεις.

Greek Monotonic

αὐτόκλητος: -ον, αυτός που κλήθηκε από μόνος του, δηλ. απρόσκλητος, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτόκλητος: самозванный, т. е. незваный, непрошенный Aesch., Soph., Plat., Plut.

Middle Liddell


self-called, i. e. uncalled, unbidden, Aesch., Soph.