κατακολούω: Difference between revisions
κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι. → for neither of us appears to know anything great and good; but he fancies he knows something, although he knows nothing; whereas I, as I do not know anything, so I do not fancy I do. In this trifling particular, then, I appear to be wiser than he, because I do not fancy I know what I do not know.
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1") |
m (Text replacement - "Πολυδ." to "Πολυδ.") |
||
Line 14: | Line 14: | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''κατακολούω''': κατακολοβώνω, [[περικόπτω]], Ἑβδ. (Ἱερ. Κ΄, 4), κ. τὸν λόγον, [[ὥσπερ]] τὸ κατακρούειν, καταθορυβεῖν ἐπὶ τοῦ διακόπτειν, | |lstext='''κατακολούω''': κατακολοβώνω, [[περικόπτω]], Ἑβδ. (Ἱερ. Κ΄, 4), κ. τὸν λόγον, [[ὥσπερ]] τὸ κατακρούειν, καταθορυβεῖν ἐπὶ τοῦ διακόπτειν, Πολυδ. Η΄, 154. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[κατακολούω]] (Α)<br />[[περικόπτω]], [[διακόπτω]] («κατακολούειν τον λόγον», <b> | |mltxt=[[κατακολούω]] (Α)<br />[[περικόπτω]], [[διακόπτω]] («κατακολούειν τον λόγον», <b>Πολυδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>κατ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[κολούω]] «[[κόβω]]»]. | ||
}} | }} |
Revision as of 20:26, 7 July 2020
English (LSJ)
A cut short, Poll.8.154.
German (Pape)
[Seite 1355] verstärktes simplex, LXX; die Rede abbrechen, Poll. 8, 154.
Greek (Liddell-Scott)
κατακολούω: κατακολοβώνω, περικόπτω, Ἑβδ. (Ἱερ. Κ΄, 4), κ. τὸν λόγον, ὥσπερ τὸ κατακρούειν, καταθορυβεῖν ἐπὶ τοῦ διακόπτειν, Πολυδ. Η΄, 154.
Greek Monolingual
κατακολούω (Α)
περικόπτω, διακόπτω («κατακολούειν τον λόγον», Πολυδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + κολούω «κόβω»].