ὁμόκεντρος: Difference between revisions

From LSJ

ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν → love your neighbor as yourself, thou shalt love thy neighbour as thyself, love thy neighbour as thyself

Source
(c2)
m (LSJ1 replacement)
 
(13 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=omokentros
|Transliteration C=omokentros
|Beta Code=o(mo/kentros
|Beta Code=o(mo/kentros
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">concentric with</b>, γῆ ὁ. τῷ οὐρανῷ <span class="bibl">Str.2.5.2</span>, cf. Ptol.<span class="title">Alm.</span>3.3, Theo Sm.p.166 H. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> <b class="b2">at the same cardinal point</b>, <span class="bibl">Vett.Val.60.14</span>, <span class="title">Cat.Cod.Astr.</span> 8(4).136.</span>
|Definition=ὁμόκεντρον,<br><span class="bld">A</span> [[concentric with]], γῆ ὁ. τῷ οὐρανῷ Str.2.5.2, cf. Ptol.''Alm.''3.3, Theo Sm.p.166 H.<br><span class="bld">II</span> [[at the same cardinal point]], Vett.Val.60.14, ''Cat.Cod.Astr.'' 8(4).136.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0337.png Seite 337]] mit gleichem, mit <b class="b2">einem</b> Mittelpunkte, Mathem.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0337.png Seite 337]] mit gleichem, mit [[einem]] Mittelpunkte, Mathem.
}}
{{bailly
|btext=ος, ον :<br />[[qui a pour centre le même point]], [[concentrique]].<br />'''Étymologie:''' [[ὁμός]], [[κέντρον]].
}}
{{ls
|lstext='''ὁμόκεντρος''': -ον, ὁ ἔχων τὸ αὐτὸ [[κέντρον]] μετά τινος, ἡ γῆ [[ὁμόκεντρος]] τῷ οὐρανῷ μένει Στράβ. 110.
}}
{{grml
|mltxt=-η, -ο (Α [[ὁμόκεντρος]], -ον)<br />(για σφαίρες, κύκλους, κ.ά σχήματα) αυτός που έχει το ίδιο [[κέντρο]] με κάποιον [[άλλο]], [[ομοκεντρικός]] («ἡ γῆ [[ὁμόκεντρος]] τῷ οὐρανῷ μένει», <b>Στράβ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ομόκεντρο</i><br />το κοινό [[κέντρο]] δύο ή περισσότερων κύκλων ή [[σφαιρών]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> «ομόκεντρη φωτεινή [[δέσμη]]»<br /><b>φυσ.</b> <b>βλ.</b> [[ομοκεντρικός]]<br /><b>αρχ.</b><br />(για αστέρες) αυτοί που περιστρέφονται [[γύρω]] από το ίδιο [[σημείο]] του ορίζοντα. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ομοκέντρως</i> και <i>ομόκεντρα</i><br />με ομόκεντρο τρόπο, με το ίδιο [[κέντρο]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ομ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[κέντρον]] ([[πρβλ]]. [[μακρόκεντρος]])].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ὁμόκεντρος:''' -ον ([[κέντρον]]), αυτός που έχει το ίδιο [[κέντρο]] με κάποιον [[άλλο]], σε Στράβ.
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=ὁμό-κεντρος, ον, [[κέντρον]]<br />concentric with, Strab.
}}
}}

Latest revision as of 10:48, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὁμόκεντρος Medium diacritics: ὁμόκεντρος Low diacritics: ομόκεντρος Capitals: ΟΜΟΚΕΝΤΡΟΣ
Transliteration A: homókentros Transliteration B: homokentros Transliteration C: omokentros Beta Code: o(mo/kentros

English (LSJ)

ὁμόκεντρον,
A concentric with, γῆ ὁ. τῷ οὐρανῷ Str.2.5.2, cf. Ptol.Alm.3.3, Theo Sm.p.166 H.
II at the same cardinal point, Vett.Val.60.14, Cat.Cod.Astr. 8(4).136.

German (Pape)

[Seite 337] mit gleichem, mit einem Mittelpunkte, Mathem.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui a pour centre le même point, concentrique.
Étymologie: ὁμός, κέντρον.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμόκεντρος: -ον, ὁ ἔχων τὸ αὐτὸ κέντρον μετά τινος, ἡ γῆ ὁμόκεντρος τῷ οὐρανῷ μένει Στράβ. 110.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμόκεντρος, -ον)
(για σφαίρες, κύκλους, κ.ά σχήματα) αυτός που έχει το ίδιο κέντρο με κάποιον άλλο, ομοκεντρικός («ἡ γῆ ὁμόκεντρος τῷ οὐρανῷ μένει», Στράβ.)
νεοελλ.
1. το ουδ. ως ουσ. το ομόκεντρο
το κοινό κέντρο δύο ή περισσότερων κύκλων ή σφαιρών
2. φρ. «ομόκεντρη φωτεινή δέσμη»
φυσ. βλ. ομοκεντρικός
αρχ.
(για αστέρες) αυτοί που περιστρέφονται γύρω από το ίδιο σημείο του ορίζοντα.
επίρρ...
ομοκέντρως και ομόκεντρα
με ομόκεντρο τρόπο, με το ίδιο κέντρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + κέντρον (πρβλ. μακρόκεντρος)].

Greek Monotonic

ὁμόκεντρος: -ον (κέντρον), αυτός που έχει το ίδιο κέντρο με κάποιον άλλο, σε Στράβ.

Middle Liddell

ὁμό-κεντρος, ον, κέντρον
concentric with, Strab.